ΚΥΚΛΑΔΙΚΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ

ΤΕΧΝΗ

Η πιο χαρακτηριστική δημιουργία του Πρωτοκυκλαδικού πολιτισμού είναι η μαρμαρογλυπτική, με πλέον ενδεικτικά και ελκυστικά δημιουργήματά της τα ανθρωπόμορφα ειδώλια. Σκεύη, εργαλεία, όπλα και κοσμήματα, από μάρμαρο, πηλό, μέταλλο και οψιανό, συμπληρώνουν την εικόνα των τεχνέργων της 3ης χιλιετίας π.Χ. από τα νησιά του Αιγαίου.

Υλικά

Τα λίθινα ειδώλια της Πρωτοκυκλαδικής περιόδου κατασκευάζονταν σχεδόν αποκλειστικά από μάρμαρο. Κοιτάσματα εξαιρετικής ποιότητας λευκού μαρμάρου υπάρχουν σε αφθονία σε πολλά κυκλαδονήσια. Ωστόσο, οι ισοτοπικές αναλύσεις που έχουν γίνει μέχρι στιγμής σε μαρμάρινα αντικείμενα της περιόδου καταδεικνύουν ως κύριες πηγές τη Νάξο και την Κέρο, και σε μικρότερο βαθμό την Πάρο και την Ίο.

Ωστόσο, οι ισοτοπικές αναλύσεις που έχουν γίνει μέχρι στιγμής σε μαρμάρινα αντικείμενα της περιόδου καταδεικνύουν ως κύριες πηγές τη Νάξο και την Κέρο, και σε μικρότερο βαθμό την Πάρο και την Ίο.

Κυκλαδικά ή κυκλαδικού τύπου ειδώλια κατασκευάζονταν ενίοτε και από άλλα υλικά, όπως πράσινους και μαύρους λίθους, ασβεστόλιθο, ελαφρόπετρα, λευκό τόφφο, σχιστόλιθο, πράσινο στεατίτη, όστρεα, οστά ζώων, ελεφαντόδοντο, πυριτόλιθο, μόλυβδο, χαλκό και πηλό, ενώ δεν αποκλείεται να υπήρχαν και ειδώλια από ξύλο, αν και κανένα παράδειγμα του είδους δεν έχει σωθεί. Η χρήση αυτών των υλικών οφείλεται ενδεχομένως στην έλλειψη μαρμάρου σε μία περιοχή, όπως π.χ. στην Θήρα, όπου απαντούν ειδώλια από λευκό τόφφο και υπόλευκο πηλό, ή στη μεγαλύτερη εξοικείωση των εγχώριων τεχνιτών με άλλα υλικά, όπως π.χ. στην Κρήτη, όπου απαντούν ειδώλια από ελεφαντόδοντο, πυριτόλιθο και πράσινο στεατίτη. Πάντως ειδώλια από όστρεο και από πηλό έχουν βρεθεί και σε νησιά όπως η Νάξος, όπου το μάρμαρο αφθονεί.

Η Πρώιμη Εποχή του Χαλκού χαρακτηρίζεται από την εισαγωγή στο Αιγαίο από την Ανατολή της μεταλλουργίας, και κυρίως της τεχνολογίας του χαλκού. Στις Κυκλάδες, η μεγαλύτερη ανάπτυξη της μεταλλοτεχνίας παρατηρείται κατά την Πρωτοκυκλαδική ΙΙπερίοδο (2800-2300 π.Χ.). Οι Κυκλάδες διέθεταν αξιοσημείωτες για την εποχή πηγές μετάλλων: κοιτάσματα χαλκού στην Κύθνο και τη Σέριφο και κοιτάσματα αργυρούχου μολύβδου στην Σίφνο. Σημαντικά για την προμήθεια πρώτης ύλης ήταν επίσης τα μεταλλεία του Λαυρίου στην Αττική. Το πιο διαδεδομένο μέταλλο, πάντως, ήταν ο χαλκός, ο οποίος αρχικά αναμιγνύετο με αρσενικό και αργότερα (προς το τέλος της Πρωτοκυκλαδικής ΙΙ περιόδου) με κασσίτερο, δημιουργώντας ανθεκτικότερα κράματα. Από κράματα του χαλκού κατασκευάζονταν όπλα (αιχμές δοράτων, εγχειρίδια, κτλ.), εργαλεία (σμίλες, πελέκεις, οπείς, πριόνια, αγκίστρια ψαρέματος κτλ.), όργανα καλλωπισμού (περόνες, τριχολαβίδες, κτλ.), και κοσμήματα. Τα αντικείμενα από άλλα μέταλλα είναι λιγοστά: κοσμήματα και μικρά σκεύη από άργυρο, ειδώλια, ομοιώματα πλοίων και σύνδεσμοι επισκευής από μόλυβδο. Το μόνο χρυσό αντικείμενο που γνωρίζουμε από την εποχή αυτή στις Κυκλάδες αυτή είναι μία ψήφος από περιδέραιο.

Εργαλεία & Τεχνικές

Η κατεργασία του μαρμάρου γινόταν κατά κύριο λόγο με λίθινα εργαλεία. Αν και δεν υπάρχουν σαφείς μαρτυρίες για τον ακριβή εξοπλισμό του Κυκλαδίτη τεχνίτη, η σύγχρονη έρευνα σε συνδυασμό με την πειραματική αρχαιολογία έχουν δείξει ότι πιθανότατα τα περισσότερα εργαλεία κατασκευάζονταν από σμύριδα. Αυτό το ιδιαιτέρως βαρύ, σκληρό και μεγάλης πυκνότητας πέτρωμα, που αφθονεί στη Νάξο, προσφερόταν για την παραγωγή εργαλείων, καθώς αρκούσε η απλή διαμόρφωση μιας σφηνοειδούς ή αιχμηρής προεξοχής σε ένα κομμάτι σμύριδας για να χρησιμοποιηθεί ως κρουστήρας (για την λάξευση του υλικού), ως οπέας (για την απόδοση συγκεκριμένων χαρακτηριστικών, όπως οι κοιλότητες των οφθαλμών, ή για την διάνοιξη οπών επισκευής), ως χαρακτικό εργαλείο (για την απόδοση των εγχάρακτων λεπτομερειών) και, τέλος, ως λειαντήρας για την λείανση της επιφάνειας. Η σμυριδόσκονη ήταν, επίσης, ιδιαίτερα αποτελεσματική για την απόξεση της επιφάνειας του μαρμάρου στα πρώτα στάδια κατεργασίας του.

Άλλα εργαλεία που φαίνεται ότι χρησιμοποιήθηκαν ήταν οι λεπίδες από οψιανό και πυριτόλιθο (για την απόδοση εγχάρακτων λεπτομερειών και για την εξάλειψη των ιχνών της λείανσης) καθώς και αιχμηρές φολίδες από τα ίδια υλικά (ως οπείς). Η θηραϊκή ελαφρόπετρα, εμβαπτιζόμενη σε νερό, αποτελούσε έξοχο μέσο για την τελική στίλβωση της επιφάνειας, ενώ για τον ίδιο σκοπό μπορούσαν επίσης να χρησιμοποιηθούν άμμος με νερό. Χάλκινες σμίλες, θα μπορούσαν να έχουν χρησιμοποιηθεί για την διάνοιξη οπών και την απόδοση εγχάρακτων λεπτομερειών με μεγαλύτερη ακρίβεια σε πιο περίτεχνες μορφές, όπως οι αρπιστές ή «τριγωνιστές». Ωστόσο, η μεγάλη αξία των μετάλλινων εργαλείων και η μικρή τους ανθεκτικότητα, λόγω της μεγάλης περιεκτικότητάς τους σε χαλκό, έχουν θεωρηθεί σημαντικοί ανασταλτικοί παράγοντες για την χρήση τους.

Όπως συμπεραίνουμε από τα λιγοστά ημιτελή ειδώλια που σώζονται, το κομμάτι μαρμάρου που αποτελούσε την πρώτη ύλη λαξευόταν με κρουστικά εργαλεία μέχρι να αρχίσει να αποκτά το βασικό σχήμα που επιθυμούσε ο τεχνίτης. Ακολουθούσε η αργή διαδικασία της απόξεσης με σμυριδόσκονη, που έδινε την επιθυμητή μορφή και διάσταση στα μέλη και την κεφαλή του ειδωλίου, σύμφωνα με τους κανόνες και τις αυστηρές αναλογίες που παρατηρούνται στην κυκλαδική μαρμαρογλυπτική. Στη συνέχεια η αδρή επιφάνεια λειαινόταν με προσοχή πριν αρχίσει η λεπτή δουλειά της εγχάραξης και της απόδοσης των λεπτομερειών. Στο τέλος, το ειδώλιο στιλβωνόταν για να αποκτήσει τη λεία επιφάνεια που γνωρίζουμε από τα περισσότερα παραδείγματα που διασώθηκαν έως τις μέρες μας. Πολύ συχνά, μπορούμε να διακρίνουμε ίχνη λείανσης στην επιφάνεια των ειδωλίων, ενώ σε αρκετά παραδείγματα του «κανονικού» τύπου είναι εμφανή τα ίχνη του εργαλείου που χρησιμοποιήθηκε για την εξομάλυνση των πλευρών της εγκοπής μεταξύ των σκελών. Επίσης υπάρχουν αρκετές περιπτώσεις ειδωλίων όπου είναι εμφανή τα ίχνη επισκευής.

Η κατασκευή των κυκλαδικών ειδωλίων βασιζόταν σε συγκεκριμένους κανόνες και ένα λεπτομερές σύστημα αναλογιών, που απαιτούσαν ακριβείς μετρήσεις και ιδιαίτερη δεξιοτεχνία στην εφαρμογή τους. Δεν μπορεί, λοιπόν, παρά να αποτελούσε την ενασχόληση ειδικευμένων τεχνιτών ή εργαστηρίων, που θα μετέδιδαν τη γνώση και την εμπειρία τους στους απογόνους τους – αφού πρώτα οι τελευταίοι θα εργάζονταν για αρκετά χρόνια κοντά τους ως ασκούμενοι. Κάποιοι ερευνητές έχουν επιχειρήσει να αποδώσουν ομάδες ειδωλίων παρόμοιας τεχνοτροπίας σε συγκεκριμένους τεχνίτες ή εργαστήρια που συμβατικά αποκαλούνται «καλλιτέχνες» και παίρνουν το όνομά τους από το μουσείο ή την πόλη όπου βρίσκονται τα σημαντικότερα έργα τους ή από τον ανασκαφέα που τα ανακάλυψε (π.χ. Καλλιτέχνης Γουλανδρή, Καλλιτέχνης Βερολίνου, Καλλιτέχνης Ντούμα). Άλλοι ερευνητές, ωστόσο, αμφισβητούν αυτές τις αποδόσεις και θεωρούν ότι οι ομοιότητες οφείλονται σε χρονολογικές ή γεωγραφικές συγγένειες. Θα πρέπει να σημειωθεί, πάντως, ότι η γνώση μας για την τεχνική κατασκευής των κυκλαδικών ειδωλίων βασίζεται σε διάσπαρτα ευρήματα από τάφους και οικισμούς της εποχής καθώς και σε προσεκτικές παρατηρήσεις επί των ίδιων των ειδωλίων. Μέχρι στιγμής, δεν έχει εντοπιστεί κάποιος χώρος που να μπορεί να ταυτιστεί με εργαστήριο μαρμαρογλυπτικής κι έτσι η οργάνωση της παραγωγής παραμένει ουσιαστικά άγνωστη.

Οι άμεσες ενδείξεις για κατεργασία του χαλκού στις Κυκλάδες είναι περιορισμένες αλλά πολύ διδακτικές. Υπολείμματα εστιών και μεταλλευτικών χοανών της Πρωτοκυκλαδικής ΙΙΙ περιόδου (2300-2000 π.Χ.) έχουν βρεθεί στο Καστρί της Σύρου μαζί με κομμάτια σκωρίας και μήτρες, μαρτυρώντας ότι οι μεταλλουργοί της εποχής γνώριζαν την τεχνική της χύτευσης του μετάλλου και κατασκεύαζαν χυτά χάλκινα αντικείμενα (κυρίως όπλα) μαζί με τα σφυρήλατα. Η διάδοση της μεταλλουργίας στο Αιγαίο επέφερε ριζικές πολιτισμικές και κοινωνικές αλλαγές. Έδωσε ώθηση σε τέχνες όπως η οικοδομική, η ναυπηγική, η ξυλουργική και η μικροτεχνία, ευνόησε το εμπόριο και συνέβαλε στην ανάπτυξη κοινωνικής διαστρωμάτωσης. Κυρίως, όμως, επέφερε σημαντικές αλλαγές στις τεχνικές του πολέμου. Τα χάλκινα όπλα –αν και γνωστά από σποραδικά ευρήματα παλαιότερων περιόδων– αρχίζουν να διαδίδονται ευρέως στις Κυκλάδες σε ένα προχωρημένο στάδιο της Πρωτοκυκλαδικής ΙΙ περιόδου κι αυτό φαίνεται να σχετίζεται με τις αναταραχές και τις ανακατατάξεις στο Αιγαίο, που θα ακολουθήσουν κατά τη φάση της μετάβασης προς την Πρωτοκυκλαδική ΙΙΙ περίοδο. Σύμφωνα με μία θεωρία, οι αναταραχές αυτές οφείλονται σε διαμάχες μεταξύ τοπικών πληθυσμών για τον έλεγχο πηγών πρώτων υλών, όπως ο χαλκός, ή την πρόσβαση σε δίκτυα διακίνησης δυσεύρετων μετάλλων, όπως ο κασσίτερος.

Η χρήση του χρώματος

Παρά το γεγονός ότι τα μαρμάρινα κυκλαδικά ειδώλια και αγγεία εντυπωσιάζουν σήμερα με τη σχεδόν διάφανη λευκότητα του υλικού τους, γνωρίζουμε ότι οι Κυκλαδίτες αγαπούσαν το χρώμα και το χρησιμοποιούσαν εκτενώς στις δημιουργίες τους είτε για πρακτικούς είτε για συμβολικούς λόγους. Ίχνη χρωστικών ουσιών διατηρούνται σήμερα τόσο σε μαρμάρινα αντικείμενα όσο και σε πήλινα αγγεία και οστέινα εργαλεία και η μελέτη τους γίνεται με μακροσκοπικές μεθόδους, χημικές αναλύσεις και φωτογραφικές αποτυπώσεις με υπεριώδη ακτινοβολία.

Τα χρώματα που χρησιμοποιούσαν οι Κυκλαδίτες ήταν κυρίως το κόκκινο και το γαλάζιο και, σπανιότερα, το πράσινο και το μαύρο. Τα χρώματα ήταν ορυκτά και προέρχονταν:
- το κόκκινο από οξείδια του σιδήρου (αιματίτη), ερυθρή ώχρα ή κιννάβαρι (θειούχο υδράργυρο), υλικό που δεν εντοπίζεται στο Αιγαίο και πιθανότατα εισαγόταν από τα Βαλκάνια ή την Μικρά Ασία
- το γαλάζιο από αζουρίτη (ανθρακικό χαλκό)
- το πράσινο από μαλαχίτη ή υδροξείδιο του αζουρίτη
- το μαύρο συναντάται σπάνια και πιθανόν προέρχεται από οξείδωση κάποια άλλης χρωστικής, ίσως του αζουρίτη.

Υπολείμματα ερυθρών και κυανών χρωστικών ουσιών σώζονται άφθονα σε μαρμάρινα σκεύη και οστέινα εργαλεία. Αρκετές αβαθείς φιάλες της συλλογής του ΜΚΤ έχουν ολόκληρη την εσωτερική επιφάνειά τους καλυμμένη με ερυθρό χρώμα, ενώ είναι γνωστές περιπτώσεις αγγείων που έφεραν γραπτή διακόσμηση με γραμμικά θέματα και στην εξωτερική τους επιφάνεια. Κυανές χρωστικές εντοπίζονται στον πυθμένα βαθύτερων ανοικτών φιαλών, οι οποίες πιθανότατα χρησίμευαν ως χρωματοδοχεία, αλλά και σε μικροσκοπικά αρυβαλλοειδή αγγεία, τα οποία χρησίμευαν είτε ως σκεύη καλλωπισμού είτε για την μεταφορά των πολύτιμων χρωστικών ουσιών. Υπολείμματα ερυθρών και κυανών χρωστικών διατηρούνται επίσης σε τριβεία και τριπτήρες της περιόδου, που χρησίμευαν για την κονιορτοποίηση και επεξεργασία του χρώματος, όπως και σε οστέινους σωλήνες, που πιθανότατα χρησίμευαν ως χρωματοθήκες.

Στα ειδώλια η χρήση χρώματος διαπιστώνεται με δύο τρόπους. Ο πρώτος, και αμεσότερος, είναι η διατήρηση πραγματικών υπολειμμάτων χρωστικών ουσιών. Ένας δεύτερος, έμμεσος, τρόπος είναι ο εντοπισμός λείων και ανοιχτόχρωμων τμημάτων της επιδερμίδας, τα οποία διατηρούνται σε ταπεινό ανάγλυφο σε σχέση με την υπόλοιπη επιφάνεια του ειδωλίου: στα σημεία αυτά, η χρωστική ουσία που τα κάλυπτε (και η οποία έχει πια χαθεί) τα προστάτευσε από τη διάβρωση που υπέστη η υπόλοιπη επιφάνεια του ειδωλίου με αποτέλεσμα να δίνουν σήμερα την εντύπωση του ανάγλυφου. Με μελανό ή βαθυγάλαζο χρώμα δηλώνονταν τα μάτια, τα φρύδια και τα μαλλιά, και τονιζόταν το ηβικό τρίγωνο. Με κόκκινο χρώμα τονίζονταν οι εγχάρακτες λεπτομέρειες (π.χ. τα δάκτυλα των χεριών) και αποδίδονταν κοσμήματα (περιδέραια, βραχιόλια), αντικείμενα που μπορούν να ερμηνευθούν ως εμβλήματα εξουσίας (διαδήματα, ταινίες) και διακοσμητικά μοτίβα του προσώπου και του σώματος, ενώ σε σπάνιες περιπτώσεις δηλώνονταν τα αυτιά, τα ρουθούνια και το στόμα.

​Η απόδοση της ανθρώπινης μορφής

Τα ειδώλια αποτελούν τη σημαντικότερη δημιουργία της κυκλαδικής μαρμαρογλυπτικής. Στην πλειονότητά τους απεικονίζουν γυμνές γυναικείες μορφές με διπλωμένα χέρια πάνω από την κοιλιά (το αριστερό κατά κανόνα πάνω από το δεξί), ελαφρώς λυγισμένα γόνατα και το κεφάλι επίσης ελαφρώς ανασηκωμένο προς τα πίσω.

Ο τύπος αυτός αποκαλείται από τους ειδικούς «κανονικός», επειδή συνιστά τον κατεξοχήν τύπο ειδωλίων της περιόδου ακμής της κυκλαδικής τέχνης (Πρωτοκυκλαδική ΙΙΙ 2800-2300 π.Χ.). Στον «κανονικό» τύπο εντάσσονται διάφορες παραλλαγές, που έχουν πάρει τις ονομασίες τους από τα τοπωνύμια των θέσεων όπου βρέθηκαν για πρώτη φορά (Κάψαλα, Σπεδός, Δωκαθίσματα, Χαλανδριανή, Κουμάσα) και που διαφέρουν μεταξύ τους μόνο ως προς τον τρόπο απόδοσης συγκεκριμένων λεπτομερειών. Τα «κανονικά» ειδώλια ποικίλλουν από μικροσκοπικά παραδείγματα ύψους λίγων μόλις εκατοστών μέχρι γλυπτά σχεδόν φυσικού μεγέθους. Τα περισσότερα, πάντως, δεν ξεπερνούν σε ύψος τα 40 εκατοστά.

Κάποια πρώιμα ειδώλια, που δεν παρουσιάζουν τα παραπάνω στοιχεία σε πλήρη εξέλιξη, αποκαλούνται «προ-κανονικά» ενώ υπάρχουν δύο ακόμα τύποι της Πρωτοκυκλαδικής Ι περιόδου που έχουν πάρει τις ονομασίες τους από τα νεκροταφεία όπου εντοπίστηκαν για πρώτη φορά (Πλαστηράς, Λούρος): στον τύπο Πλαστηρά η ανθρώπινη μορφή αποδίδεται με έντονα φυσιοκρατικό τρόπο που θυμίζει νεολιθικά ειδώλια ενώ στον τύπο Λούρου επικρατεί μεγαλύτερη σχηματοποίηση. Αντίθετα, μια σειρά ύστερων ειδωλίων στα οποία παρατηρείται ένας εκφυλισμός των αυστηρών καλλιτεχνικών συμβάσεων της Πρωτοκυκλαδικής Ι περιόδου (κυρίως ως προς τη στάση των πήχεων αλλά και ως προς τον συνολικό τρόπο απόδοσης της μορφής) αποκαλούνται «μετα-κανονικά».

Εκτός από τα αυτήν την κατηγορία ειδωλίων υπάρχουν και αρκετά παραδείγματα που απεικονίζουν τη γυναικεία μορφή με τρόπο εξαιρετικά σχηματικό. Ο πιο γνωστός τύπος είναι τα «βιολόσχημα» ειδώλια της Πρωτοκυκλαδικής Ι περιόδου, που ονομάστηκαν έτσι επειδή το σχήμα τους θυμίζει βιολί. Είναι κατά κανόνα μικρού μεγέθους και σπάνια ξεπερνούν τα 15-20 εκ. ύψος. Σχηματικά ειδώλια κατασκευάζονταν και κατά την Πρωτοκυκλαδική ΙΙΙ περίοδο, είχαν όμως διαφορετικό σχήμα.

Η ανδρική μορφή αναπαρίσταται σπάνια στην κυκλαδική τέχνη. Συνήθως τη συναντούμε σε καθιστά ειδώλια, ειδώλια μουσικών (στις αρχές της Πρωτοκυκλαδικής ΙΙ περιόδου) ή σε ειδώλια κυνηγών/πολεμιστών (στα τέλη της ίδιας περιόδου). Τα γνωστά παραδείγματα ανδρικών ειδωλίων στην «κανονική» όρθια στάση είναι ελάχιστα. Υπάρχουν, ωστόσο, ορισμένα όρθια ανδρικά ειδώλια του τύπου Πλαστηρά της Πρωτοκυκλαδικής Ι περιόδου.

Τέλος, υπάρχει και μια μικρή ομάδα ασυνήθιστων ειδωλίων που απεικονίζουν συμπλέγματα μορφών διαφόρων τύπων (όπως π.χ. διπλά ειδώλια με τη μία μορφή να πατά στο κεφάλι της άλλης). Τα ειδώλια αυτά χρονολογούνται στην περίοδο ακμής της κυκλαδικής τέχνης (Πρωτοκυκλαδική II περίοδος).

Η ερμηνεία των αφαιρετικών μοτίβων με χρώμα που κοσμούν το πρόσωπο και το σώμα πολλών ειδωλίων είναι προβληματική. Κάποιοι ερευνητές πιστεύουν ότι αναπαριστούν στοιχεία καλλωπισμού με δερματοστιξία ή απλό χρωματισμό στα πλαίσια συγκεκριμένων ταφικών ή άλλων τελετών. Άλλοι τα ερμηνεύουν ως σύμβολα κύρους για άτομα με υψηλή θέση στην κοινωνική ιεραρχία. Άλλοι θεωρούν ότι απηχούν συγκεκριμένες ιδιότητες της μορφής που απεικονίζεται ή ότι αποτελούν σύμβολα μιας συλλογικής ταυτότητας. Η μεγάλη ποικιλία των προσεγγίσεων δεν θα πρέπει να ξενίζει καθώς η μελέτη της τυπολογίας και διάταξης των μοτίβων που κοσμούν τα ειδώλια βρίσκεται ακόμη σε αρχικό στάδιο. Πάντως, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι τα περισσότερα ειδώλια με υπολείμματα χρώματος ανήκουν στον λεγόμενο «κανονικό» τύπο της Πρωτοκυκλαδικής II περιόδου, αν και δεν λείπουν παραδείγματα χρωματικής διακόσμησης σε προγενέστερους τύπους, κυρίως στα βιολόσχημα ειδώλια και σπανιότερα σε παραδείγματα των τύπων Πλαστηρά και Λούρου. Η τεχνική της χρωματικής διακόσμησης των ειδωλίων φαίνεται να εγκαταλείπεται στα τέλη της Πρωτοκυκλαδικής ΙΙ περιόδου, για να αντικατασταθεί από την ανάγλυφη απόδοση ανατομικών λεπτομερειών.

​ Η ερμηνεία των ειδωλίων

Η σημασία και η χρήση των κυκλαδικών ειδωλίων εξακολουθούν να προβληματίζουν τους αρχαιολόγους. Η έλλειψη γραπτών τεκμηρίων στρέφει την μελέτη σε αρχαιολογικά δεδομένα και λογικές υποθέσεις. Ωστόσο οι ανασκαφικές μαρτυρίες είναι κι αυτές ελλιπείς αφού η μεγάλη αξία των ειδωλίων στις διεθνείς αγορές αρχαιοτήτων προκάλεσε ένα όργιο αρχαιοκαπηλίας στις Κυκλάδες τις δεκαετίες του 1950 και 1960. Υπολογίζεται ότι από τα περίπου 1400 ειδώλια που γνωρίζουμε σήμερα, μόνον το 40% προέρχεται από συστηματικές ανασκαφές.

Έστω, όμως, και με αυτά τα ελλιπή ανασκαφικά δεδομένα φαίνεται ότι –με εξαίρεση την ιδιόμορφη περίπτωση της Κέρου– ένας μεγάλος αριθμός ειδωλίων προέρχεται από τάφους. Για τον λόγο αυτό, η χρήση τους συνδέεται συνήθως με ταφικές τελετουργίες, αν και οι ερμηνείες που έχουν προταθεί ποικίλλουν.

Οι όρθιες γυναικείες μορφές, που κυριαρχούν στην κυκλαδική τέχνη, έχουν ερμηνευθεί ως απεικονίσεις των νεκρών, συνοδών τους, παλλακίδων, υπηρετών, προγονικών μορφών, ακόμη και ως υποκατάστατα ανθρωποθυσιών. Ορισμένοι ερευνητές, αναγνωρίζοντας τις δυσκολίες που παρουσιάζουν αυτές οι ερμηνείες λόγω της εμμονής των Κυκλαδιτών στην γυναικεία μορφή, εστιάζουν στη θρησκευτική διάσταση και εξηγούν τα γυναικεία ειδώλια ως σύμβολα μιας μεγάλης Μητέρας-Θεάς της γονιμότητας και της αναγέννησης, ως θεϊκές τροφούς, ψυχοπομπούς, αποτροπαϊκά σύμβολα ή ακόμη και ως λάτρεις. Κάποιοι, μάλιστα, πιστεύουν ότι θα πρέπει να χρησιμοποιούνταν κυρίως σε χώρους λατρείας και όχι σε ταφές (αν και οι ενδείξεις για εξειδικευμένους χώρους λατρείας στις Κυκλάδες της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού είναι ελάχιστες). Δεν λείπουν, τέλος, και οι προσεγγίσεις που αρνούνται τη θρησκευτική σημασία των ειδωλίων και επιχειρούν να τα ερμηνεύσουν ως αντικείμενα που αντανακλούν κοινωνικές ιδιότητες των απεικονιζομένων μορφών (π.χ. ως ομοιώματα γυναικών σε ηλικία γάμου) ή καταφεύγουν σε εντελώς πρακτικές –αν και όχι πολύ πειστικές– εξηγήσεις (π.χ. τα ειδώλια ως παιχνίδια).

Κάθε μια από τις παραπάνω ερμηνείες βασίζεται σε συγκεκριμένα δεδομένα και ενδεχομένως αποκαλύπτει διαφορετικές πτυχές της σημασίας των κυκλαδικών ειδωλίων. Οι περισσότεροι μελετητές, πάντως, συμφωνούν ότι η γυμνότητα των ειδωλίων και η εμφατική δήλωση του στήθους και του αιδοίου παραπέμπουν άμεσα στην έννοια της γονιμότητας. Σε αυτό συντείνει και η ανεύρεση ειδωλίων με φουσκωμένες κοιλιές, που αναμφίβολα συμβολίζουν κατάσταση εγκυμοσύνης, καθώς και ειδωλίων με οριζόντιες εγχαράξεις στην κοιλιά που θεωρείται ότι υποδηλώνουν κατάσταση λοχείας.

Είναι γνωστό ότι οι γονιμικές λατρείες, πάντα σε άμεση σχέση με γυναικείες θεότητες, αποτελούσαν κεντρικό στοιχείο στις θρησκείες των πρώιμων πολιτισμών της Μεσογείου και της Εγγύς Ανατολής και δεν υπάρχει λόγος να αμφιβάλουμε ότι κάτι τέτοιο θα συνέβαινε και στις κυκλαδίτικες κοινωνίες. Είναι βέβαια αδύνατο να πούμε με σιγουριά εάν τα γυναικεία κυκλαδικά ειδώλια απεικονίζουν μια τέτοια θεότητα. Ωστόσο, ο συντηρητισμός που παρατηρείται στην τυπολογία τους (καθώς διατήρησαν την ίδια τυποποιημένη μορφή για πάνω από πέντε αιώνες) δεν μπορεί παρά να υποδηλώνει λατρευτική χρήση. Η χαρακτηριστική στάση με τα διπλωμένα χέρια κάτω από το στήθος θυμίζει ανάλογους τύπους ειδωλίων από άλλες περιοχές της ανατολικής Μεσογείου (Συρία, Παλαιστίνη, Κύπρος κ.ά.) και ενδέχεται να συμβολίζει έναν καθιερωμένο συμβολικό τύπο θρησκευτικής εικονογραφίας. Η πιθανότητα τα ειδώλια να αναπαριστούν λάτρεις σε στάση δέησης δεν μπορεί να αποκλειστεί, σε μια τέτοια περίπτωση όμως θα πρέπει να δοθεί μια πειστική εξήγηση για τη σχεδόν παντελή απουσία ανδρικών ειδωλίων στην ίδια στάση. Για τον λόγο αυτό, η ερμηνεία των μαρμάρινων γυναικείων μορφών από τις Κυκλάδες ως απεικονίσεων μιας γονιμικής θεάς παραμένει η πλέον πειστική.

Η διαπίστωση αυτή, ωστόσο, δεν αρκεί για να εξηγήσει πλήρως τη χρήση και τον συμβολισμό των κυκλαδικών ειδωλίων. Μια σειρά από ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα. Πώς συνδέονται οι γονιμικές ιδιότητες με την ταφική χρήση; Ποια ήταν η σημασία και η χρήση των ανδρικών ειδωλίων ή των συμπλεγμάτων που αναπαριστούν περισσότερες από μία μορφές; Πώς εξηγούμε το γεγονός ότι τα κυκλαδικά ειδώλια βρίσκονται μόνον σε ένα μικρό αριθμό τάφων, συνήθως (αν και όχι πάντα) στους πιο πλούσια κτερισμένους; Πώς ερμηνεύουμε την παρουσία ειδωλίων σε οικισμούς και άλλες μη-ταφικές θέσεις (όπως π.χ. στην Κέρο); Πώς ερμηνεύουμε την ύπαρξη φυσικού μεγέθους γλυπτών, τα οποία προφανώς δεν χωρούσαν στους μικρούς κυκλαδικούς τάφους; Και, τέλος, ποιά ήταν η σημασία της χρωματικής διακόσμησης ενός μεγάλου αριθμού ειδωλίων;

Μόνον η περαιτέρω έρευνα μπορεί να δώσει σαφείς απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά. Η μέχρι τώρα μελέτη επιτρέπει μόνον ορισμένα γενικά συμπεράσματα. Πρώτον, η θρησκευτική διάσταση των ειδωλίων, ιδιαίτερα των όρθιων γυναικείων μορφών, είναι δύσκολο να αμφισβητηθεί. Το γεγονός και μόνον ότι παρέμειναν αναλλοίωτα σε μορφή και ύφος για πάνω από πέντε αιώνες τα κατατάσσει με αρκετή βεβαιότητα στην κατηγορία των θρησκευτικών συμβόλων. Δεύτερον, η ποικιλία που παρατηρείται στο μέγεθος, τη διακόσμηση και τους χώρους εναπόθεσής τους, σε συνδυασμό με την παρουσία ενός μικρού αριθμού άλλων τύπων ειδωλίων, αντανακλά σημαντική διαφοροποίηση στον τρόπο παραγωγής, διάθεσης και χρήσης του. Η διαφοροποίηση αυτή μπορεί να αφορά σε λατρευτικές ιδιαιτερότητες (π.χ. τη χρήση διαφορετικών τύπων ειδωλίων ή διαφορετικής διακόσμησης ανάλογα με το είδος της τελετουργίας) ή να αντανακλά κοινωνικές ιδιότητες (κάποιοι ερευνητές έχουν προτείνει ότι το μέγεθος, η διακόσμηση ή απλώς η δυνατότητα απόκτησης ενός ειδωλίου ενδέχεται να υποδηλώνουν στοιχεία όπως η ηλικία, η καταγωγή ή η κοινωνική θέση του κατόχου).

Η συνεχιζόμενη έρευνα γύρω από τα κυκλαδικά ειδώλια καταδεικνύει ότι η σημασία και η λειτουργία τους ήταν πολύ πιο σύνθετη από ότι υποθέταμε παλαιότερα. Παρά την τυπολογική ομοιομορφία τους, ανευρίσκονται σε ποικίλους χώρους εναπόθεσης με διαφορετικά κάθε φορά συνευρήματα, ενώ η διασπορά τους σε νεκροταφεία και οικισμούς είναι ανομοιογενής. Η μελέτη υλικού από συστηματικές ανασκαφές μπορεί να αποκαλύψει νέα σημαντικά στοιχεία και να συμβάλει στη βαθύτερη κατανόηση της σημασίας τους. Περισσότερο, όμως, αναμένεται να αποδείξει ότι αποτελούν μέρος ενός σύνθετου φαινομένου λατρευτικής δράσης και κοινωνικής συμπεριφοράς που δεν επιδέχεται μια αποκλειστική αλλά ταυτόχρονα και μονοδιάστατη ερμηνεία.

Ο «Θησαυρός της Κέρου»

Ο «Θησαυρός της Κέρου» είναι ένα αινιγματικό σύνολο αντικειμένων του κυκλαδικού πολιτισμού που φημολογείται ότι προέρχεται από τη θέση Κάβος, στο ακατοίκητο σήμερα νησάκι Κέρος, ανάμεσα στη Νάξο και την Αμοργό. Πρόκειται για 350 τουλάχιστον θραύσματα μαρμάρινων ειδωλίων "κανονικού" τύπου (κορμούς, μέλη, κεφαλές), ένα μικρό αριθμό μαρμάρινων και πήλινων αγγείων, λεπίδες οψιανού και άλλα μικροαντικείμενα, κυρίως της Πρωτοκυκλαδικής II περιόδου. Τα αντικείμενα αυτά φυγαδεύτηκαν στο εξωτερικό κατά τις δεκαετίες του 1950 και 1960 και διασκορπίστηκαν σε διάφορα μουσεία και ιδιωτικές συλλογές. Η τύχη πολλών εξ αυτών αγνοείται, όμως ένας σημαντικός αριθμός –81 συνολικά θραύσματα– έχει επαναπατρισθεί και εκτίθεται στο ΜΚΤ. Τα περισσότερα αποκτήθηκαν το 1990 και 1992 κατά την διάρκεια δημοπρασιών στον Οίκο Sotheby’s του Λονδίνου, ορισμένα εκ των οποίων με την αρωγή της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος.

Τα έτη 1963, 1966 και 1967 έγιναν συστηματικές αρχαιολογικές ανασκαφές στη λεηλατημένη περιοχή όπου πιθανολογείται ότι βρέθηκε ο «Θησαυρός». Οι ανασκαφικές έρευνες έφεραν στο φως μια εξαιρετικά πλούσια συγκέντρωση Πρωτοκυκλαδικών αντικειμένων, χωρίς ωστόσο να εντοπίσουν αρχιτεκτονικά κατάλοιπα. Ο τρόπος με τον οποίον είναι σπασμένα τα αντικείμενα και η φθορά που υπάρχει στις τομές, υποδηλώνουν ότι τεμαχίστηκαν σκόπιμα στην αρχαιότητα. Τα στοιχεία αυτά έχουν οδηγήσει στη διατύπωση της θεωρίας ότι η θέση αποτελούσε χώρο εναπόθεσης αντικειμένων μεγάλης συμβολικής σημασίας και εσκεμμένου κατακερματισμού τους στο πλαίσιο συγκεκριμένων τελετουργιών.


Ο «Θησαυρός της Κέρου» μελετήθηκε από την αρρχαιολόγο, επιμελήτρια του ΜΚΤ Δρα Π. Σωτηρακοπούλου και τα αποτελέσματα της έρευνάς της δημοσιεύονται στην μονογραφία: «Ο Θησαυρός της Κέρου». Μύθος ή πραγματικότητα; Αναζητώντας τα χαμένα κομμάτια ενός αινιγματικού συνόλου (Αθήνα 2005).

Landscape view is not supported.
Please rotate your device to portrait view.