ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ

ΜΙΝΩΙΚΟΣ & ΜΥΚΗΝΑΪΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Κατά τη διάρκεια της Εποχής του Χαλκού αναπτύχθηκε στην Κρήτη ο Μινωικός πολιτισμός, που πήρε το όνομά του από τον μυθικό βασιλέα της Κνωσού Μίνωα. Ο Μυκηναϊκός πολιτισμός, που άκμασε στο Αιγαίο κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού, έβαλε τις ρίζες της ελληνικής γλώσσας και της ελληνικής θρησκείας.

Κατά τη διάρκεια της Εποχής του Χαλκού αναπτύχθηκε στην Κρήτη ο Μινωικός πολιτισμός, που πήρε το όνομά του από τον μυθικό βασιλέα της Κνωσού Μίνωα. Η αυτάρκεια της Κρήτης σε πρώτες ύλες, ποικιλία πετρωμάτων και ορυκτών σε συνδυασμό με την ευνοϊκή γεωγραφική της θέση, συνετέλεσαν στην πολιτιστική ανάπτυξη και ακμή. Πόλεις με καλά οργανωμένη διοίκηση, μνημειακή αρχιτεκτονική, τοιχογραφία και κεραμεική εξαιρετικής ποιότητας, έχουν εντοπιστεί σε ολόκληρο το νησί.

Προανακτορική περίοδος

Οι πρωιμότερες εκφάνσεις του μινωικού πολιτισμού ανάγονται στην Πρωτομινωική περίοδο (3000-2000 π.Χ.), όταν κατοικούνται πολλές νέες θέσεις σε όλη την έκταση του νησιού και αρχίζουν να δημιουργούνται τοπικές παραδόσεις σε τέχνες όπως η λιθοτεχνία, η μεταλλοτεχνία, η σφραγιδογλυφία και η γραπτή κεραμική. Από τα μέσα της περιόδου αυτής, ορισμένοι οικισμοί αρχίζουν να επεκτείνονται σημαντικά και αποκτούν στοιχεία πρώιμης αστικής οργάνωσης ενώ χτίζονται και οι πρώτοι μνημειώδεις τάφοι που χρησιμοποιούνται από μεγάλες οικογένειες ή ολόκληρες κοινότητες. Πάντως μέχρι το τέλος της περιόδου αυτής δεν υπάρχουν ενδείξεις κάποιου κεντρικού συστήματος διοίκησης και οι διάφοροι οικισμοί φαίνεται ότι αντιπροσωπεύουν αυτόνομες οντότητες.


Παλαιοανακτορική περίοδος

Στις αρχές της 2ης χιλιετίας π.Χ., σημειώνονται θεμελιώδεις αλλαγές στη μινωική κοινωνία, που έμελλαν να επηρεάσουν βαθύτατα τους πολιτισμούς του Αιγαίου. Γύρω στο 2000-1900 π.Χ. αναγείρονται τα πρώτα ανάκτορα στην Κνωσό, τη Φαιστό, τα Μάλια και τη Ζάκρο, παρόμοια σε σχέδιο και κατασκευή με ανακτορικές εγκαταστάσεις στην περιοχή της Συρίας (Έμπλα, Μάρι). Τα μνημειακά αυτά συγκροτήματα αντικατοπτρίζουν την ύπαρξη στην Κρήτη αυστηρής κοινωνικής διαστρωμάτωσης και καλά οργανωμένης διοικητικής δομής, που αντίστοιχές τους είναι γνωστές μόνον από τις σύγχρονες αυτοκρατορίες της Εγγύς Ανατολής. Τα ευρήματα από τα ανάκτορα και τους τάφους της περιόδου επιβεβαιώνουν τις αυξανόμενες σχέσεις του νησιού με την Ανατολή και υποδηλώνουν τη σταδιακή ένταξη της Κρήτης σε ένα σύνθετο πλέγμα οικονομικών και πολιτικών σχέσεων, που καλύπτει την ευρύτερη περιοχή της ανατολικής Μεσογείου.

Η επαφή με τους μεγάλους πολιτισμούς της Εγγύς Ανατολής και της Αιγύπτου οδήγησαν στην υιοθέτηση όχι μόνον συγκεκριμένων μεθόδων διοικητικής οργάνωσης, όπως η χρήση σφραγίδων και της γραφής για την τήρηση αρχείων (αρχικά με ένα σύστημα ιδεογραμμάτων και στη συνέχεια με τη συλλαβική Γραμμική Α), αλλά επίσης λατρευτικών πρακτικών και νέων καλλιτεχνικών τάσεων, υλικών και τεχνικών κατεργασίας. Τους επόμενους πέντε αιώνες, μεγάλες ποσότητες εξωτικών πρώτων υλών και αντικειμένων πολυτελείας από την Αίγυπτο, τη Συρία, τη Μεσοποταμία και τις νότιες ακτές της Μικράς Ασίας εισάγονται στα μινωικά ανάκτορα, τα οποία εξελίσσονται σε πραγματικούς πυρήνες οικονομικής δραστηριότητας και καλλιτεχνικής παραγωγής. Οι Μινωίτες χρησιμοποίησαν με φαντασία τα νέα υλικά και τις νέες τεχνικές για να αναπτύξουν άγνωστες έως τότε τέχνες και να τις προσαρμόσουν στις τοπικές παραδόσεις και την αισθητική των Μινωιτών ηγεμόνων, δημιουργώντας τελικά ένα εντελώς διακριτό Μινωικό πολιτιστικό ιδίωμα. Η λεπτότητα της μινωικής τέχνης αντικατοπτρίζεται σε κάθε δημιουργία του Μεσομινωικού (2000-1600 π.Χ.) και Υστερομινωικού (1600-1100 π.Χ.) πολιτισμού: χρυσά κοσμήματα, αργυρά και χάλκινα αγγεία, σφραγιδόλιθους, χάλκινα όπλα, λίθινα σκεύη, αντικείμενα από ελεφαντόδοντο, φαγεντιανή και υαλόμαζα, διακοσμημένη κεραμική.

Αυτή την περίοδο εμφανίζεται και η μεγάλη ζωγραφική στην Κρήτη με τη μορφή των τοιχογραφιών. Πολλές λεπτομέρειες και κοινές καλλιτεχνικές συμβάσεις υποδεικνύουν την Αίγυπτο ως την πλέον πιθανή πηγή έμπνευσης, αν και τόσο η τεχνική όσο και η αισθητική της μινωικής ζωγραφικής έχουν ένα εντελώς διακριτό χαρακτήρα. Θεωρείται μάλιστα ότι η τεχνική της νωπογραφίας (fresco) ήταν μια μινωική επινόηση του 17ου αι. π.Χ. που μεταδόθηκε αργότερα και στην Αίγυπτο και την Εγγύς Ανατολή.

Οι επαφές με την Ανατολή άσκησαν σαφείς επιρροές και στη θρησκευτική λατρεία. Οι Μινωίτες, βέβαια, δεν υιοθέτησαν νέες θρησκευτικές πεποιθήσεις αλλά τα μέσα αναπαράστασης των δικών τους θρησκευτικών συμβόλων. Αρκετά από τα μυθικά πλάσματα που απεικονίζονται στη μινωική τέχνη και φαίνεται να σχετίζονται με τη θρησκεία (π.χ. ο γρύπας) έχουν τις ρίζες τους στην μεσοποταμιακή παράδοση, ενώ η συχνή απεικόνιση ζώων που προφανώς ήταν ξένα στο κρητικό περιβάλλον (π.χ. λιοντάρια, πίθηκοι) υποδηλώνουν περαιτέρω επιρροές από την Ανατολή.

Τελετουργικά αγγεία με μακρά παράδοση στην Εγγύς Ανατολή, όπως τα ρυτά και οι τρίτωνες, άρχισαν να χρησιμοποιούνται στα μινωικά ιερά μαζί με ανθρωπόμορφα και ζωόμορφα ειδώλια κρητικής παράδοσης. Το κατεξοχήν σύμβολο της μινωικής θρησκείας, ο ταύρος, είχε παρόμοια χρήση σχεδόν σε κάθε πολιτισμό της ανατολικής Μεσογείου ενώ κάποιοι ερευνητές διακρίνουν ανατολικές επιρροές ακόμη και στις σημαντικότερες θεότητες των Μινωιτών, τη θεά με τα υψωμένα χέρια και τη «θεά των όφεων».


Νεοανακτορική περίοδος

Γύρω στο 1700 π.Χ., τα μινωικά ανάκτορα καταστρέφονται από σεισμούς και γρήγορα ανακατασκευάζονται με ακόμη πιο μνημειώδη τρόπο. Η λεγόμενη «Νεοανακτορική» περίοδος είναι η περίοδος μέγιστης ακμής του μινωικού πολιτισμού. Οι επαφές με την Ανατολή γίνονται στενότερες και φαίνεται ότι αποκτούν εντονότερα πολιτικό χαρακτήρα (οι Κεφτιού –όπως αποκαλούνται οι Κρήτες στα αιγυπτιακά– εμφανίζονται όλο και συχνότερα σε ανατολικά κείμενα και αιγυπτιακές τοιχογραφίες από το 1700 π.Χ. και εξής). Τα ανατολικά προϊόντα φθάνουν τώρα όχι μόνον στα ανάκτορα αλλά και στους μεγάλους αστικούς οικισμούς που αναπτύσσονται κοντά σε λιμάνια όπως το Παλαίκαστρο, τα Γουρνιά, ο Μόχλος και η Τύλισσος.

Στην ενδοχώρα του νησιού χτίζονται μεγάλες αγροικίες («βίλες»), που λειτουργούν μάλλον ως περιφερειακά κέντρα συλλογής της αγροτικής παραγωγής και αναδιανομής αγαθών. Η μινωική τέχνη φθάνει στο απόγειο της ακμής της: νωπογραφίες με έντονα χρώματα κοσμούν τα ανάκτορα και άλλα σημαντικά οικοδομήματα, ενώ στους χώρους λατρείας και ταφής γίνεται συστηματική χρήση περίτεχνων αντικειμένων από μέταλλα, ημιπολύτιμους λίθους, υαλόμαζα, φαγεντιανή και ελεφαντόδοντο.

Την περίοδο αυτή, η Κρήτη ασκεί έντονη πολιτική και πολιτιστική επιρροή σε ολόκληρο το Αιγαίο. Οι κυκλαδικοί οικισμοί του 16ου και 15ου αι. π.Χ. έχουν τόσο έντονα μινωικά χαρακτηριστικά ώστε κάποιοι ερευνητές τα θεωρούν μινωικές αποικίες (οι περισσότεροι, πάντως, αντιτίθενται σε αυτήν την άποψη). Στην ηπειρωτική Ελλάδα, αναπτύσσεται την ίδια περίοδο ο Μυκηναϊκός Πολιτισμός, ο οποίος υιοθετεί όλες σχεδόν τις κατακτήσεις της μινωικής τέχνης.

Η μινωική κυριαρχία, ωστόσο, έμελλε να σταματήσει βίαια γύρω στο 1500 π.Χ., όταν καταστράφηκαν σχεδόν ταυτόχρονα από σεισμούς τα περισσότερα ανάκτορα και πόλεις της Κρήτης, χωρίς ποτέ να μπορέσουν να ανακάμψουν πραγματικά. Οι λόγοι της καταστροφής δεν είναι ξεκάθαροι. Οι επιπτώσεις της κοσμογονικής έκρηξης του ηφαιστείου της Θήρας λίγες δεκαετίες νωρίτερα ήταν πιθανότατα ένας από αυτούς. Ωστόσο, η κατάρρευση του μινωικού ανακτορικού συστήματος αποτελεί ένα εξαιρετικά σύνθετο φαινόμενο για το οποίο πιθανότατα ευθύνονται περισσότεροι από ένας παράγοντας (π.χ. πιθανές πιέσεις από τα αναπτυσσόμενα μυκηναϊκά κέντρα, καθώς και η εξάντληση των ορίων της ίδιας της μινωικής οικονομίας, της μοναδικής ανακτορικής οικονομίας που λειτούργησε ποτέ αυτόνομα σε ένα νησί).


Τελική Ανακτορική και Μετανακτορική περίοδος

Η μινωική παράδοση, πάντως, παρέμεινε ζωντανή και μετά τις καταστροφές του 1500 π.Χ. Μάλιστα, η κατάκτηση της Κνωσού από τους Μυκηναίους γύρω στο 1450 π.Χ. άνοιξε τον δρόμο για τη μετάδοση των λαμπρότερων κρητικών επιτευγμάτων στην ηπειρωτική Ελλάδα: της ανακτορικής αρχιτεκτονικής, της γραφής (στη μορφή της Γραμμική Β) και της θρησκευτικής εικονογραφίας (μέσω των νωπογραφιών και των σφραγιδολίθων). Στις αρχές του 14ου αι. π.Χ., ωστόσο, καταστρέφεται οριστικά και το ανάκτορο της Κνωσού και τότε φαίνεται ότι η Κρήτη διασπάται πολιτικά σε μικρότερες οντότητες, με κέντρα που θα συνεχίσουν να ακμάζουν και σε μεταγενέστερες περιόδους, όπως η Κυδωνία (Χανιά), ο Κομμός αλλά και η ίδια η Κνωσός. Σχεδόν την ίδια περίοδο εμφανίζονται τα πρώτα μυκηναϊκά ανάκτορα στην ηπειρωτική Ελλάδα.

Κατά τους δύο επόμενους αιώνες, η έντονη οικονομική δραστηριότητα των Μυκηναίων, που υποκατέστησαν τους Μινωίτες στη διεξαγωγή εμπορίου εντός του αιγαιακού χώρου και αύξησαν τις επαφές με την ανατολική και τη δυτική Μεσόγειο, έδωσε νέα πνοή στις κοινωνίες του Αιγαίου, επιτρέποντας και στην Κρήτη να συνεχίσει να ευημερεί, αν και χωρίς τον δυναμισμό και τη δημιουργικότητα παλαιότερων περιόδων. Γύρω στο 1200 π.Χ., ωστόσο, η γενική κατάρρευση των πολιτικών και οικονομικών θεσμών σε ολόκληρη τη λεκάνη της ανατολικής Μεσογείου και την Εγγύς Ανατολή επηρέασε και την Κρήτη. Υπάρχουν ενδείξεις για την άφιξη Μυκηναίων μεταναστών στο νησί, ενώ πολλοί παράκτιοι οικισμοί εγκαταλείφθηκαν και μεγάλο μέρος του πληθυσμού κατέφυγε σε δυσπρόσιτες θέσεις σε κορυφές βουνών –ιδιαίτερα στο ανατολικό τμήμα του νησιού– που προφανώς παρείχαν ασφάλεια από επιδρομείς και πειρατές. Αρκετά μινωικά στοιχεία –ιδιαίτερα στη θρησκεία και τα ταφικά έθιμα– επιβίωσαν κατά τη διάρκεια του 12ου αι. π.Χ., ίσως δε και αργότερα. Ωστόσο, ο μινωικός πολιτισμός ως ένα ολοκληρωμένο σύστημα κοινωνικής και οικονομικής οργάνωσης, εθίμων και τεχνών, παρακμάζει μέχρι τα τέλη του 12ου αι. π.Χ. και η Κρήτη μπαίνει σε μια μακρά διαδικασία μετάβασης προς μια νέα πραγματικότητα που χαρακτηρίζει την Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου.

Ο Μυκηναϊκός πολιτισμός, που άκμασε στο Αιγαίο κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού (1650-1100 π.Χ.), αποτέλεσε τη βάση των ομηρικών επών και των σημαντικότερων αρχαιοελληνικών μύθων. Οι περισσότερες ελληνικές πόλεις αναφέρονταν με περηφάνια στο μυκηναϊκό παρελθόν τους, ενώ οι σημαντικότεροι ήρωες της ελληνικής μυθολογίας, της τέχνης και της τραγικής ποίησης (όπως, για παράδειγμα, ο Οδυσσέας, ο Αγαμέμνων, ο Αχιλλέας, ο Θησέας κ.ά.) έλκουν πιθανότατα την καταγωγή τους από ιστορικά πρόσωπα της μυκηναϊκής αριστοκρατίας. Στη Μυκηναϊκή περίοδο, άλλωστε, βρίσκονται και οι ρίζες της ελληνικής γλώσσας και της ελληνικής θρησκείας.

Πρώιμη Μυκηναϊκή περίοδος

Οι απαρχές του μυκηναϊκού πολιτισμού πρέπει να αναζητηθούν στην Πελοπόννησο του 17ου αι. π.Χ., και συγκεκριμένα στους περίφημους λακκοειδείς τάφους των Μυκηνών, της θέσης που έμελλε να δώσει το όνομά της στην εποχή που θα ακολουθούσε. Οι ηγεμονικοί αυτοί τάφοι ξεχωρίζουν από ο,τιδήποτε άλλο υπήρχε την περίοδο εκείνη στον ελλαδικό χώρο, όχι μόνον για το μέγεθος και το σχήμα τους (ήταν ευρύχωροι και οικογενειακοί σε αντίθεση με τους περισσότερους τάφους της Μέσης Εποχής του Χαλκού, που ήταν μικροί και ατομικοί) αλλά και για τον πλούτο που περιείχαν. Τα πολυάριθμα κτερίσματα περιελάμβαναν πολυτελή αντικείμενα από την Κρήτη και τις Κυκλάδες καθώς και όπλα, μετάλλινα σκεύη και αγγεία εντόπιας παραγωγής, που δίκαια θεωρούνται ως τα πρώτα δείγματα της νεογέννητης μυκηναϊκής τέχνης. Τα συγκεκριμένα αντικείμενα φέρουν τόσο έντονες μινωικές επιρροές που πολλοί ερευνητές πιστεύουν ότι κατασκευάστηκαν από Μινωίτες τεχνίτες που βρίσκονταν στην υπηρεσία Μυκηναίων ηγεμόνων.

Οι λακκοειδείς τάφοι των Μυκηνών αντιπροσωπεύουν το τέλος μιας περιόδου οικονομικής ένδειας και εσωστρέφειας που έζησαν οι περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας κατά τη Μέση Εποχή του Χαλκού, και σηματοδοτούν μια νέα εποχή δημιουργικών επαφών με τους προηγμένους πολιτισμούς του Αιγαίου και κυρίως με τη μινωική Κρήτη. Η ένταση των επαφών, βέβαια, οφείλεται κατά κύριο λόγο στην εμπορική δραστηριότητα των Μινωιτών της Νεοανακτορικής περιόδου και στο αυξανόμενο ενδιαφέρον τους για τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της ηπειρωτικής Ελλάδας (κυρίως για πηγές μετάλλων) και για την εκμετάλλευση νέων εμπορικών δρόμων. Η νέα αυτή κινητικότητα έβγαλε τις ελλαδικές κοινωνίες από την απομόνωση και δημιούργησε προϋποθέσεις οικονομικής ανάπτυξης και κοινωνικής εξέλιξης.

Σύντομα, δημιουργήθηκαν δίκτυα επαφών και διακίνησης προϊόντων στα οποία συμμετείχαν οι περισσότερες περιοχές της Πελοποννήσου (Αργολίδα, Λακωνία, Μεσσηνία) αλλά και πολλές περιοχές της κεντρικής Ελλάδας (Βοιωτία, Αττική, κ.ά.). Ο αυξανόμενος πλούτος προκάλεσε ανισότητες και ανταγωνισμούς μεταξύ ανερχόμενων κοινωνικών ομάδων, που εκφράστηκαν κυρίως στο ταφικό πεδίο. Κατά την πρώιμη αυτή περίοδο, οι ευγενείς ενδιαφέρονταν περισσότερο για την ανέγερση μνημειακών τάφων και για τη ταφική χλιδή παρά για την οικοδόμηση εντυπωσιακών οικιών ή ανακτόρων. Το ενδιαφέρον των Μυκηναίων για τη μεταθανάτια φήμη ήταν τέτοιο που οδήγησε στη γένεση ενός από τους χαρακτηριστικότερους τύπους της μυκηναϊκής αρχιτεκτονικής, του θολωτού τάφου, δηλαδή ενός λίθινου κυκλικού οικοδομήματος με εκφορική στέγαση και πλευρική είσοδο, το οποίο κατασκευαζόταν εν μέρει υπογείως ενώ το ανώτερο τμήμα του καλυπτόταν από τύμβο (σε συνέχεια μιας μακράς μεσοελλαδικής παράδοσης).

Δεκάδες θολωτοί τάφοι κατασκευάστηκαν στην Αργολίδα και τη Μεσσηνία κατά τον 16ο και 15ο αι. π.Χ. για τα μέλη αριστοκρατικών οικογενειών. Την ίδια περίοδο εμφανίζονται και οι λαξευτοί θαλαμοειδείς τάφοι, που φαίνεται ότι χρησιμοποιούνταν από κατώτερα μέλη της κοινωνικής ιεραρχίας. Οι θαλαμοειδείς τάφοι λαξεύονταν συνήθως σε πλαγιές λόφων, είχαν ποικίλα μεγέθη και σχήματα και προσεγγίζονταν από πλευρική είσοδο στην οποία κατέληγε στενός δρόμος.

Στην τέχνη, οι Μυκηναίοι υιοθέτησαν ακόμη και τις πιο σύνθετες τεχνικές των Μινωιτών και τις προσάρμοσαν στη δική τους αισθητική δημιουργώντας ένα ιδιαίτερο ιδίωμα –πιο αυστηρό και άκαμπτο από αυτό της Κρήτης– σχεδόν σε κάθε τομέα: ζωγραφική, μεταλλοτεχνία, κοσμηματοτεχνία, σφραγιδογλυφία, ελεφαντουργία, κατεργασία υαλόμαζας και φαγεντιανής, κεραμική κ.λπ. Δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει, πάντως, ότι κατά τη διάρκεια των δύο πρώτων αιώνων της Ύστερης Εποχής του Χαλκού η μυκηναϊκή τέχνη παρέμεινε σχεδόν αποκλειστικό προνόμιο της αριστοκρατίας και αφορούσε κυρίως στην παραγωγή αντικειμένων πολυτελείας που εξυπηρετούσαν την ανάγκη των ευγενών για νεκρική χλιδή. Οι σημαντικότερες δημιουργίες της πρώιμης μυκηναϊκής τέχνης προέρχονται κατά κύριο λόγο από πλούσιους τάφους και μόνον περιστασιακά από οικισμούς –όπου εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται κυρίως αντικείμενα μεσοελλαδικής παράδοσης.


Ύστερη Μυκηναϊκή Περίοδος

Ο Μυκηναϊκός πολιτισμός έφθασε στο απόγειό του κατά τον 14ο και 13ο αι. π.Χ., δηλαδή την περίοδο που άκμασαν τα ανάκτορα των Μυκηνών, της Τίρυνθας, της Πύλου, της Θήβας κ.λπ. Τα μυκηναϊκά ανάκτορα είναι μεταγενέστερα από τα μινωικά, δεν υπάρχει όμως αμφιβολία ότι είχαν ανάλογη λειτουργία ως κέντρα διοίκησης, με αποθήκες για τη συγκέντρωση του αγροτικού πλεονάσματος και εισηγμένων προϊόντων, εργαστήρια παραγωγής πολυτελών αντικειμένων, αίθουσες τελετών και χώρους λατρείας.

Οι Μυκηναίοι φαίνεται ότι δανείστηκαν πολλά στοιχεία πολιτικής οργάνωσης και οικονομικής διοίκησης από τους Μινωίτες, ιδιαίτερα μετά την κατάκτηση της Κνωσού γύρω στο 1450 π.Χ., που τους έφερε σε στενή επαφή με την καθημερινή ζωή ενός ανακτόρου. Είχαν προηγηθεί, βέβαια, οι εκτεταμένες καταστροφές των σημαντικότερων ανακτορικών κέντρων της Κρήτης από σεισμούς στις αρχές του 15ου αι. π.Χ. που εξασθένησαν τη μινωική δύναμη και άνοιξαν το δρόμο για τη μυκηναϊκή εξάπλωση στο Αιγαίο.

Μέχρι τα μέσα του 14ου αι. π.Χ. είχαν ανεγερθεί μνημειακά ανακτορικά συγκροτήματα στα σημαντικότερα μυκηναϊκά κέντρα (Μυκήνες, Τίρυνθα, Πύλο, Θήβα, κ.α.). Τα μυκηναϊκά ανάκτορα, βέβαια, είχαν αρκετές διαφορές από τα αντίστοιχα μινωικά: χτίζονταν σε κορυφές φυσικά οχυρών λόφων, ήταν μικρότερα σε μέγεθος και είχαν διαφορετική μορφή, αφού οργανώνονταν γύρω από το μέγαρο – ένα ορθογώνιο κτίσμα με προστώο, πρόδομο και αίθουσα θρόνου με κεντρική εστία.

Παράλληλα με την ανακτορική οργάνωση, οι Μυκηναίοι υιοθέτησαν και άλλα επιτεύγματα του μινωικού πολιτισμού: τη γραφή (με τη μορφή της Γραμμικής Β, που αποτελεί εξέλιξη της μινωικής Γραμμικής Α) και τη θρησκευτική εικονογραφία (μέσω των τοιχογραφιών, της σφραγιδογλυφίας και της ειδωλοπλαστικής). Η ανάγνωση των πινακίδων Γραμμικής Β που έχουν βρεθεί στα αρχεία των ανακτόρων, απέδειξε ότι οι Μυκηναίοι χρησιμοποιούσαν μια πρώιμη μορφή της ελληνικής γλώσσας και ότι ανάμεσα στους θεούς που λάτρευαν υπήρχαν πολλές από τις θεότητες του μεταγενέστερου ελληνικού πανθέου, όπως ο Δίας, ο Ποσειδώνας, η Άρτεμη και ενδεχομένως ο Διόνυσος.


Η περίοδος της "μυκηναϊκής κοινής" (14ος-13ος αι. π.Χ.)

Οι εξελίξεις αυτές μετέβαλλαν ριζικά την εικόνα της ηπειρωτικής Ελλάδας κατά τον 14ο και 13ο αι. π.Χ. Η πολιτική οργάνωση έγινε πιο συντεταγμένη, με ένα πλέγμα ανακτόρων από τη Μεσσηνία έως τη Θεσσαλία να εξασφαλίζει έλεγχο της αγροτικής παραγωγής, απρόσκοπτη διακίνηση μετάλλων και άλλων πρώτων υλών καθώς και κοινωνική σταθερότητα. Η μυκηναϊκή τέχνη γνώρισε μεγάλη άνθιση γεννώντας πραγματικά αριστουργήματα στη ζωγραφική, τη μεταλλοτεχνία, την ελεφαντουργία, την κοσμηματοτεχνία κ.λπ., ενώ ταυτόχρονα έγινε προσβάσιμη σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα. Το εμπόριο αναπτύχθηκε σε εντυπωσιακό βαθμό και τα μυκηναϊκά προϊόντα (λάδι, κρασί, αρώματα) έφθαναν σε κάθε γωνιά της ανατολικής Μεσογείου και της νότιας Ιταλίας μέσα σε εξαιρετικής ποιότητας αγγεία με γραπτή διακόσμηση.

Γενικά, στο τελευταίο τμήμα της Ύστερης Εποχής του Χαλκού, ο μυκηναϊκός πολιτισμός παρουσιάζει εξαιρετική ομοιογένεια, που γίνεται εμφανής όχι μόνον στην τέχνη αλλά και στη θρησκευτική λατρεία, τα ταφικά έθιμα, την αρχιτεκτονική και την κοινωνική οργάνωση. Οι ερευνητές χρησιμοποιούν συχνά τον όρο "μυκηναϊκή κοινή" για να περιγράψουν την πολιτισμική ομοιογένεια που χαρακτηρίζει το χώρο του Αιγαίου κατά τον 14ο και 13ο αι. π.Χ.

Ιδιαίτερη ανάπτυξη γνωρίζει την περίοδο αυτή και η τεχνολογία, όπως μαρτυρά η κατασκευή λιθόστρωτων δρόμων, λίθινων γεφυριών πάνω από ποτάμια, φραγμάτων για τη συλλογή νερού, και, κυρίως, το κολοσσιαίο έργο της αποξήρανσης της λίμνης Κωπαΐδος. Το πιο εντυπωσιακό επίτευγμα, ωστόσο, ήταν η κατασκευή τον 13ο αι. π.Χ. ισχυρών οχυρώσεων που προστάτευαν τις μυκηναϊκές ακροπόλεις με πολύπλοκα συστήματα εισόδων, αψιδωτούς διαδρόμους για την απρόσκοπτη κυκλοφορία σε περίοδο πολέμου και υπόγειες προσβάσεις σε πηγές νερού για την εξασφάλιση της υδροδότησης σε περίοδο πολιορκίας. Τα πιο πειστικά αρχιτεκτονικά παράλληλα για τις μυκηναϊκές οχυρώσεις βρίσκονται στις ακροπόλεις των Χετταίων, στοιχείο που ενδεχομένως υποδηλώνει στενές σχέσεις με τα βασίλεια της Μικράς Ασίας.

Οι λόγοι που οδήγησαν στην κατασκευή τέτοιων οχυρώσεων (που ονομάστηκαν κυκλώπειες επειδή μοιάζουν με έργο των μυθικών Κυκλώπων) δεν είναι εντελώς σαφείς. Γνωρίζουμε, πάντως, ότι το τέλος της Ύστερης Εποχής του Χαλκού ήταν μια ταραγμένη περίοδος για το Αιγαίο. Οι εκτεταμένες καταστροφές που σημειώθηκαν σε όλα τα μυκηναϊκά ανάκτορα γύρω στο 1200 π.Χ. –και οι οποίες ήταν σύγχρονες με παρόμοιες καταστροφές σε ολόκληρη την ανατολική Μεσόγειο– οδήγησαν σε παρακμή τον μυκηναϊκό πολιτισμό. Ορισμένες παραδόσεις (κυρίως στον τρόπο ταφής και στην κεραμική) διατηρήθηκαν για άλλα 100-150 χρόνια, όμως τα σημαντικότερα επιτεύγματα, όπως η γραφή και η ζωγραφική, εγκαταλείφθηκαν για να ανακαλυφθούν ξανά μόλις τον 8ο αι. π.Χ.

Επιλεγμένη Βιβλιογραφία

• Βασιλικού Ντ. 1995: Μυκηναϊκός πολιτισμός (Αθήνα)

• Δημακοπούλου Κ. (επιμ.) 1988: Ο Μυκηναϊκός κόσμος. Πέντε αιώνες πρώιμου ελληνικού πολιτισμού 1600-1100 π.Χ. (Αθήνα)

• Μαραγκού Λ. (επιμ.) 1992: Mινωικός και ελληνικός πολιτισμός από τη συλλογή Mητσοτάκη (Αθήνα)

• Castleden R. 2005: Minoans. Life in Bronze Age Crete (London)

• Castleden R. 2005: Mycenaeans. Life in Bronze Age Greece (London)

• Chadwick J. 1999 [1976]: O μυκηναϊκός κόσμος (Αθήνα)

• Dickinson O.T.P.K. 1994: The Aegean Bronze Age (Cambridge)

• Dickinson O.T.P.K. 1999 [1977]: Η προέλευση του μυκηναϊκού πολιτισμού (Αθήνα)

• Dickinson O.T.P.K. 2003 [1994]: Αιγαίο – Εποχή του Χαλκού (Αθήνα)

• Fitton J.L. 2002: Minoans (London)

• Hood S. 1979: The Minoans. Crete in the Bronze Age (London)

• Hood S. 1988: The Arts in Prehistoric Greece (London)

• Hood S. 1993 [1988]: H τέχνη στην προϊστορική Ελλάδα (Αθήνα)

• Krzyszkowska O. 1983: Minoan Society (Bristol)

• Mylonas G.E. 1966: Mycenae and the Mycenaean Age (Princeton)

• Myres L.W. – Myres E.E. – Cadogan G. 1991: An Aerial Atlas of Ancient Crete (Berkeley)

• Preziosi D – Hitchcock L.A. 1999: Aegean Art and Architecture (Oxford)

• Rehak P. - Younger J.G. 1998: “Review of Aegean prehistory VII: Neopalatial, Final Palatial and Postpalatial Crete”, American Journal of Archaeology 102, 91-173

• Rutter J.B. 1993: “Review of Aegean prehistory II: The prepalatial Bronze Age of the southern and central Greek Mainland”, American Journal of Archaeology 97, 774-783

• Shelmerdine C.W. 1997: “Review of Aegean prehistory VI: The palatial Bronze Age of the southern and central Greek Mainland”, American Journal of Archaeology 101, 537-585

• Taylour W. 1990: The Mycenaeans (London)

• Warren P. 1974: The Aegean Civilizations (Oxford)

• Watrous L.W. 1994: “Review of Aegean Prehistory III: Crete from Earliest Prehistory through the Protopalatial Period”, American Journal of Archaeology 98, 695-753

Βιβλία για την Αρχαιολογία της Κρήτης

1177 B.C., Eric H. Cline (Author) ISBN: 9780691140896 | Princeton University Press | Language: English 280p

A Test of Time and A Test of Time Revisited: The Volcano of Thera and the Chronology and History of the Aegean and East Mediterranean in the mid Second Millennium BC, Sturt Manning (Author) ISBN: 9781782972198 | Oxbow Books: 2014 | Language: English 672p

Aegean Metallurgy in the Bronze Age, Iris Tzachili (Author) ISBN: 9789609826105 | Ta Pragmata Publications: 2008

Aegean Seals: An Introduction, O. Krzyszkowska (Author) ISBN: 9780900587979 | Institute of Classical Studies: 2005 | Language: English 425p

Akrotiri, Thera: An Architecture of Affluence 3,500 Years Old, Clairy Palyvou ISBN: 9781931534147 | INSTAP Academic Press: 2005 | Language: English 240p

Ancient Crete, Saro Wallace (Author) ISBN: 9780521112048 | Cambridge University Press: 2010 | Language: English 450p

Ancient Economies of the Northern Aegean, Zosia Halina Archibald (Author) ISBN: 9780199682119 | Oxford University Press: 2013 | Language: English 416p

Archaeology and the Senses, Yannis Hamilakis (Author) ISBN: 9780521837286 | 2014 | Language: English 265p

Architecture of Minoan Crete: Constructing Identity in the Aegean Bronze Age, John C. McEnroe (Author) ISBN: 9780292721937 | University of Texas Press: 2010 | 202p

Ariadne's Threads: The Construction and Significance of Clothes in the Aegean Bronze Age (Aegaeum), Bernice R. Jones (Author) ISBN: 9789042932777 | Peeters Press: 2015 | Language: English 340p

Back to the Beginning: Reassessing Social and Political Complexity on Crete during the Early and Middle Bronze Age, Schoep (Editor); P. Tomkins (Editor); J. M. Driessen (Editor) ISBN:
9781842174319 | Oxbow Books: 2011 | Language: English 352p

Beyond Thalassocracies: Understanding processes of Minoanisation and Mycenaeanisation in the Aegean, Evi Gorogianni (Editor); Peter Pavúk (Editor); Luca Girella (Editor) ISBN: 9781785702037 | Oxbow Books: 2016 | Language: English 240p

Cambridge Companion to the Aegean Bronze Age, C. Shelmerdine (Author) ISBN: 9780521814447 | Cambridge University Press: 2008 | Language: English 452p

Cretan Offerings: Studies in Honour of Peter Warren, Olga Krzyszkowska (Author) ISBN: 9780904887624 |British School at Athens: 2010 | Language: English 400p

Crete beyond the Palaces, James D. Muhly (Editor); Leslie Preston Day (Editor); Margaret S. Mook (Editor) ISBN: 9781931534093 | INSTAP Academic Press: 2004 | Language: English 340p

Elite Minoan Architecture, Joseph W. Shaw (Author) ISBN: 9781931534772 | INSTAP Academic Press: 2015 | Language: English 210p

From the Land of the Labyrinth: Minoan Crete, 3000-1100 BC, Maria Andreadaki-Vlazaki (Editor); Giorgos Rethemiotakis (Author); Nota Dimopoulou-Rethemiotaki (Author) ISBN:
9780977659821 | Hellenic Museums Shop: 2008 | Language: English 295p

Intermezzo: Intermediacy and Regeneration in Middle Minoan II Crete, Colin F. MacDonald (Editor); Carl Knappett (Editor) ISBN: 9780904887679 | British School at Athens: 2013

Introduction to Aegean Art, Philip P. Betancourt (Author) ISBN: 9781931534215 | INSTAP Academic Press: 2007 | Language: English

Knossos and the Prophets of Modernism, Cathy Gere (Author) ISBN: 9780226289533 | University of Chicago Press

Kommos: A Minoan Harbor Town and Greek Sanctuary in Southern Crete, Joseph W. Shaw (Author) ISBN: 9780876616604 | American School of Classical Studies at Athens: 2006 | Language: English 180p

Krinoi Kai Limenes: Studies in Honor of Joseph and Maria Shaw, Philip P. Betancourt (Editor); Michael C. Nelson (Editor); Hector Williams (Editor) ISBN: 9781931534222 | INSTAP Academic Press: 2007 | Language: English 315p

Labyrinth Revisited: Rethinking `Minoan' Archaeology, Yannis Hamilakis (Author) ISBN: 9781842170618 | Oxbow Books: 2009 | Language: English 248p

LM IB Pottery: Relative Chronology and Regional Differences, Thomas M Brogan (Author); Erik Hallager (Author) ISBN: 9788779345737 | Aarhus University Press: 2011 | 656p

Maritime Networks in the Mycenaean World, Thomas F. Tartaron (Author) ISBN: 9781107002982 | Cambridge University Press: 2013 | Language: English

Minoans and Mycenaeans: Flavours of their time, Yannis Tzedakis (Author); Holley Martlew (Author) ISBN: 9789607254801 | Kapon Editions: 1999 | Language: English 287p

Mortuary Behavior and Social Trajectories in Pre- and Protopalatial Crete, Borja Legarra Herrero (Author) ISBN: 9781931534741 | INSTAP Academic Press: 2014 | Language: English 464p

Mycenaean Messenia and the Kingdom of Pylos, Richard Hope Simpson (Author) ISBN: 9781931534758 | INSTAP Academic Press: 2014 | Language: English 115p

Of Odysseys and Oddities: Scales and modes of interaction between prehistoric Aegean societies and their neighbours, Barry Molloy (Editor) ISBN: 9781785702310 | Oxbow Books: 2016

Parallel Lives, Gerald Cadogan (Author); M. Iacovou (Author); Katerina Kopaka (Author); James Whitley (Author) ISBN: 9780904887662 | British School at Athens: 2012 | Language: English 382p

Petras, Siteia, Metaxia Tsipopoulou (Editor) ISBN: 9788771240535 | Aarhus University Press: 2012 | Language: English 364p

Roman Crete: New Perspectives, Jane E. Francis (Editor); Anna Kouremenos (Editor) ISBN: 9781785700958 | Oxbow Books: 2016 | Language: English 288p

Scholars, Travels, Archives: Greek History and Culture through the British School at Athens, Michael Llewellyn Smith (Editor); Paschalis M. Kitromilides (Author); E. Calligas (Author) ISBN: 9780904887600 | British School at Athens: 2009 | Language: English 254p

Sir Arthur Evans and Minoan Crete, Nanno Marinatos (Author) ISBN: 9781780768113 | I.B. Tauris: 2015 | Language: English 224p

The Aegean Bronze Age, O.T.P.K. Dickinson (Author) ISBN: 9780521456647 | Cambridge University Press: 1994

The Aegean World: A Guide to the Cycladic, Minoan and Mycenaean Antiquities in the Ashmolean Museum, Yannis Galanakis (Editor) ISBN: 9789606878596 | Kapon Editions

The Laws of Ancient Crete, c.650-400 BCE, Michael Gagarin (Author); Paula Perlman (Author) ISBN: 9780199204823 | Oxford University Press: 2016 | Language: English 566p

The Making of the Middle Sea, Cyprian Broodbank (Author) ISBN: 9780500051764 | Thames and Hudson: 2013 | Language: English 672p

The Minoans in the Central, Eastern and Northern Aegean - New Evidence, Colin F. Macdonald (Author); Erik Hallager (Author); W. D. Niemeier (Author) ISBN: 9788779342927 | Aarhus University Press: 2009 | Language: English 280p

The Oxford Handbook of the Bronze Age Aegean, Eric H. Cline (Author) ISBN: 9780199873609 | Oxford University Press: 2010 | Language: English 930p

The Politics of Storage: Storage and Sociopolitical Complexity in Neopalatial Crete, Kostandinos S. Christakis (Author) ISBN: 9781931534505 | INSTAP Academic Press: 2008 | Language: English 185p

Women in Mycenaean Greece, Barbara A. Olsen (Author) ISBN: 9780415725156 | Routledge: 2014 | Language: English 380p

Wool Economy in the Ancient Near East and the Aegean: From the Beginnings of Sheep Husbandry to Institutional Textile Industry, Catherine Breniquet (Editor); Cécile Michel (Editor) ISBN: 9781782976318 | Oxbow Books: 2014 | Language: English 400p

Landscape view is not supported.
Please rotate your device to portrait view.