ΚΥΚΛΑΔΙΚΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ

ΚΥΚΛΑΔΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Τα Κυκλαδονήσια έχουν μόνιμους οικισμούς από το 5000 π.Χ. αδιάλειπτα μέχρι και σήμερα.

Η ανθρώπινη παρουσία

Ανθρώπινη παρουσία μαρτυρείται στις Κυκλάδες ήδη από την 7η χιλιετία π.Χ. και συνδέεται με τις πολυάριθμες ενδείξεις που έχουμε για εξόρυξη οψιανού εξαιρετικής ποιότητας από τη Μήλο. Το σκληρό ηφαιστειογενές υλικό αποτέλεσε μια από τις πλέον περιζήτητες πρώτες ύλες για την κατασκευή εργαλείων και όπλων σε ολόκληρο το Αιγαίο κατά τη Νεολιθική εποχή και δεν σταμάτησε να χρησιμοποιείται μέχρι το τέλος της Εποχής του Χαλκού (12ος αι. π.Χ.).

Μόνιμη εγκατάσταση κατοίκων στα νησιά, ωστόσο, βεβαιώνεται μόνον κατά την Ύστερη Νεολιθική Περίοδο (περ. 5000 π.Χ.) στην Άνδρο, στη Νάξο, στην Αντίπαρο, στην Αμοργό, στη Σαντορίνη και αλλού. Οι αρχαιότεροι οικισμοί ήταν μικρές κοινότητες που βασίζονταν σχεδόν αποκλειστικά στην γεωργία, στην κτηνοτροφία και την αλιεία για την επιβίωσή τους. Από την Πρωτοκυκλαδική περίοδο (3200-2000 π.Χ.), όμως, αρχίζουν να κατοικούνται συστηματικά όλα τα νησιά των Κυκλάδων και να αναπτύσσονται οι επαφές μεταξύ τους και με τις ακτές που περιβάλλουν το Αιγαίο. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, η κατοίκηση των νησιών συνεχίζεται αδιάλειπτα μέχρι τις μέρες μας.

Πρώιμη Εποχή του Χαλκού

Η μετάβαση από την Νεολιθική Εποχή στην Εποχή του Χαλκού, στο τέλος της 4ης χιλιετίας π.Χ., σημαδεύεται από βαθιές τομές στον πολιτισμό και την οργάνωση των κοινωνιών του Αιγαίου.

Η πιο σημαντική εξέλιξη ήταν αναμφίβολα η μετάδοση από την ανατολή της τεχνολογίας του χαλκού, η οποία βελτίωσε ουσιαστικά την ποιότητα του εργαλειακού εξοπλισμού σε όλους σχεδόν τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας (γεωργία, υλοτομία, αρχιτεκτονική, ναυπηγική κ.ά.) ενώ ταυτόχρονα μετέβαλε και τις τακτικές του πολέμου με την κατασκευή αποτελεσματικότερων μετάλλινων όπλων. Άλλες αλλαγές που παρατηρούνται αυτήν την περίοδο είναι η εισαγωγή νέων καλλιεργειών (ελιά, άμπελος), η αύξηση των θαλάσσιων επαφών και η διεύρυνση των εμπορικών ανταλλαγών.
Η βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης οδήγησε σε πληθυσμιακή αύξηση και στην εμφάνιση ήδη από το 2700-2500 π.Χ. νέων οικισμών με πρώιμη αστική οργάνωση (Πολιόχνη, Θερμή, Τροία, Μάνικα, Αίγινα, Λέρνα). Αρκετοί από αυτούς ιδρύθηκαν σε στρατηγικά σημεία ελέγχου θαλάσσιων δρόμων και οχυρώθηκαν με τείχη (τυπικό παράδειγμα η Τροία και η Πολιόχνη). Η χρήση του χαλκού και η ανάπτυξη του εμπορίου και της εξειδίκευσης φαίνεται ότι συνέβαλαν στην εμφάνιση συνθετότερων κοινωνικών μορφωμάτων και εντονότερης διαστρωμάτωσης. Οι κοινωνικές διαφοροποιήσεις γίνονται εμφανείς στον τομέα των ταφικών εθίμων, όπου παρατηρείται συχνότερα η τάση πλούσιου κτερισμού των νεκρών ενώ στην Κρήτη και την ηπειρωτική Ελλάδα εμφανίζονται για πρώτη φορά ευρύχωροι τάφοι για πολλαπλές ταφές.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, βρίσκουν πρόσφορο έδαφος ανάπτυξης τέσσερις παράλληλοι αλλά διακριτοί αιγαιακοί «πολιτισμοί»: ο Πρωτομινωικός στην Κρήτη, ο Πρωτοελλαδικός στην ηπειρωτική Ελλάδα, ο Πρωτοκυκλαδικός στις Κυκλάδες και ο πολιτισμός των νησιών του βορείου και ανατολικού Αιγαίου, έντονα επηρεασμένος από τον πολιτισμό των μικρασιατικών ακτών. Οι πολιτισμοί αυτοί συνυπήρξαν αρμονικά και άκμασαν για το μεγαλύτερο διάστημα της 3ης χιλιετίας. Οι Κυκλάδες, λόγω της στρατηγικής τους θέσης στο κέντρο του Αιγαίου αλλά και του ορυκτού πλούτου που διέθεταν, ανέλαβαν μείζονα εμπορικό ρόλο και αναδείχθηκαν σε σταυροδρόμι πολιτισμικών επιρροών.

Γύρω στο 2300 π.Χ. αρχίζουν να παρατηρούνται αναταραχές σε ολόκληρο το Αιγαίο, με εξαίρεση την Κρήτη. Οικισμοί εγκαταλείπονται, άλλοι οχυρώνονται, τα ταφικά έθιμα αλλάζουν, οι εμπορικές επαφές περιορίζονται, ενώ η εμφάνιση νέων αρχιτεκτονικών και κεραμικών τύπων ερμηνεύεται από ορισμένους μελετητές ως ένδειξη άφιξης νέων πληθυσμιακών ομάδων. Ο λόγος των αναταραχών δεν είναι σαφής, ενδέχεται όμως να συνδέονται με τον ανταγωνισμό για την πρόσβαση σε πηγές χαλκού και κασσίτερου (απαραίτητου για την παραγωγή του ανθεκτικότερου ορείχαλκου), τις νέες μορφές πολέμου που εισήγαγε η χρήση μετάλλινων όπλων καθώς και πιθανές δημογραφικές πιέσεις που προκλήθηκαν από την συγκέντρωση μεγάλου αριθμού ανθρώπων σε αστικά κέντρα. Όπως και να έχει, κατά την τελευταία φάση της περιόδου (Πρωτοκυκλαδική ΙΙΙ, 2300-2000 π.Χ.), ο Κυκλαδικός πολιτισμός αλλάζει μορφή, και τέχνες, όπως η μαρμαρογλυπτική, αρχίζουν να παρακμάζουν για να σβήσουν οριστικά με το τέλος της 3ης χιλιετίας π.Χ.

Πρωτοκυκλαδική Ι (3200-2800 π.Χ.)

Η ΠΚ Ι περίοδος είναι γνωστή σχεδόν αποκλειστικά από νεκροταφεία. Ελάχιστα ίχνη οικισμών έχουν σωθεί πιθανόν επειδή ακόμη χρησιμοποιούνταν φθαρτά υλικά στην κατασκευή των σπιτιών. Πάντως ο μεγάλος αριθμός νεκροταφείων υποδηλώνει αύξηση των μόνιμων εγκαταστάσεων στα νησιά. Οι ταφές γίνονταν σε απλούς κιβωτιόσχημους τάφους. Στην κεραμική κυριαρχεί η εγχάρακτη διακόσμηση. Η μαρμαροτεχνία αρχίζει να αναπτύσσεται την περίοδο αυτή, με την εμφάνιση μαρμάρινων αγγείων (καντήλες, φιάλες κ.ά.), σχηματικών ειδωλίων (βιολόσχημα, πτυόσχημα κ.ά.) και, προς το τέλος της περιόδου, των πρώτων φυσιοκρατικών παραδειγμάτων (τύπος Πλαστηρά). Επίσης τώρα αρχίζει η εκμετάλλευση των μετάλλων, ιδιαίτερα του χαλκού, αν και ακόμη η χρήση τους είναι περιορισμένη. Οι ενδείξεις επαφών ανάμεσα στις Κυκλάδες και τις υπόλοιπες περιοχές του Αιγαίου παραμένουν περιορισμένες.

Πρωτοκυκλαδική ΙΙ (2800-2300 π.Χ.)

Η ΠΚ ΙΙ αντιπροσωπεύει την ακμή του Κυκλαδικού πολιτισμού. Η περίοδος χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση αρκετών νέων οικισμών και την επέκταση ήδη υπαρχόντων, κάτι που άλλωστε παρατηρείται και στην ηπειρωτική Ελλάδα (Πρωτοελλαδική ΙΙ) και την Κρήτη (Πρωτομινωική ΙΙ). Ταυτόχρονα ιδρύονται αρκετά νέα νεκροταφεία, με τάφους που είχαν πλευρικές εισόδους και χρησιμοποιούνταν για πολλαπλές ταφές. Στην κεραμική κάνει την εμφάνισή της η γραπτή διακόσμηση καθώς και νέα σχήματα όπως οι κύμβες και τα τηγανόσχημα σκεύη. Η μεταλλοτεχνία αναπτύσσεται σημαντικά την περίοδο αυτή, οπότε και αρχίζουν να κατασκευάζονται τα πρώτα χάλκινα όπλα (εγχειρίδια, αιχμές δοράτων) και εργαλεία. Πρωτόγνωρη άνθιση γνωρίζει κι η μαρμαρογλυπτική με την παραγωγή πολυάριθμων ανθρωπόμορφων ειδωλίων τα οποία φθάνουν σε εξαιρετικό επίπεδο τεχνικής αρτιότητας, εκφραστικής δύναμης κι αφαιρετικότητας, όπως επίσης και θαυμάσιων αγγείων. Την περίοδο αυτή παρατηρείται σημαντική αύξηση των ανταλλαγών ανάμεσα στις Κυκλάδες, την ηπειρωτική Ελλάδα, την Κρήτη και το βόρειο και ανατολικό Αιγαίο.

Πρωτοκυκλαδική ΙΙΙ (2300-2000 π.Χ.)

Στην ΠΚ ΙΙΙ παρατηρούνται σημαντικές αλλαγές με πιο αξιοπρόσεκτη τη μείωση των κατοικημένων θέσεων, την οχύρωση πολλών οικισμών και την εγκατάλειψη πολλών νεκροταφείων της προηγούμενης περιόδου. Αυτές, σε συνδυασμό με ανάλογα φαινόμενα και ενδείξεις καταστροφών στις αρχές της ίδιας περιόδου στην ηπειρωτική Ελλάδα και τις ακτές της Μικράς Ασίας, θεωρείται ότι υποδηλώνουν αναταραχές στον Αιγαιακό χώρο. Στην κεραμική και τη μεταλλοτεχνία εμφανίζονται νέες φόρμες, που φαίνεται να προέρχονται από τη Μικρά Ασία, ενώ και στη μαρμαρογλυπτική παρατηρείται μια δραματική πτώση της τεχνικής και αισθητικής αρτιότητας και επιστροφή σε σχηματικούς τύπους ειδωλίων. Με το τέλος της 3ης χιλιετίας, η τέχνη της μαρμαρογλυπτικής χάνεται από τις Κυκλάδες.

Landscape view is not supported.
Please rotate your device to portrait view.