ΚΥΚΛΑΔΙΚΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ

ΟΙΚΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΝΕΚΡΟΠΟΛΕΙΣ

Οι οικισμοί της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού στις Κυκλάδες χτίζονταν σε θέσεις οι οποίες εξασφάλιζαν στους κατοίκους αφ’ενός τη δυνατότητα θαλάσσιας επικοινωνίας και ασφαλή αγκυροβόλια και αφ’ ετέρου προστασία από φυσικές θεομηνίες ή εχθρικές επιθέσεις. Για την εγκατάστασή τους επιλέγονταν συνήθως ακρωτήρια, χαμηλοί λόφοι, πλαγιές ή φύσει οχυρές θέσεις κοντά στη θάλασσα, δεν λείπουν όμως και οι περιπτώσεις οικισμών που βρίσκονταν στην ενδοχώρα των νησιών.

Εισαγωγή

Η έρευνα του Πρωτοκυκλαδικού πολιτισμού βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στη μελέτη των νεκροταφείων της περιόδου. Οι κάτοικοι των Κυκλάδων της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού δεν άφησαν γραπτά τεκμήρια και οι πληροφορίες που παρέχουν οι ανασκαφές των κυκλαδικών οικισμών είναι προς το παρόν περιορισμένες. Έτσι οι αρχαιολόγοι είναι αναγκασμένοι να αντλούν στοιχεία από τη μελέτη των πολυάριθμων ανασκαμμένων νεκροταφείων για να κατανοήσουν την οργάνωση των κυκλαδικών κοινωνιών αλλά και τις αντιλήψεις των Κυκλαδιτών σχετικά με τον θάνατο. Η οργάνωση και διασπορά των πρωτοκυκλαδικών νεκροταφείων υποδηλώνει μια σταδιακή μετάβαση από μικρές και σχετικά απομονωμένες εγκαταστάσεις προς τον σχηματισμό μεγαλύτερων οικισμών ημι-αστικού και εντέλει αστικού χαρακτήρα. Η ποικιλία των κτερισμάτων που συνοδεύουν τους νεκρούς, τόσο σε ποιότητα όσο και σε ποσότητα, φαίνεται να αντανακλά σημαντικές διαφορές στην κατανομή του πλούτου. Η ίδια η ύπαρξη κτερισμάτων, τέλος, πιθανότατα υποδηλώνει αντιλήψεις για τη μετά θάνατον ζωή.

Πρωτοκυκλαδική Ι (3200-2800 π.Χ.)

Οι γνώσεις μας για την κατοίκηση κατά την Πρωτοκυκλαδική I περίοδο είναι ελάχιστες καθώς δεν έχουν μέχρι στιγμής βρεθεί μεγάλοι οργανωμένοι οικισμοί. Αν και έχει υποτεθεί ότι αυτό μπορεί να οφείλεται στη χρήση φθαρτών υλικών, είναι πιθανότερο ότι αντανακλά τον τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας. Η μεγάλη γεωγραφική διασπορά των νεκροταφείων της περιόδου (ιδιαίτερα στα μεγάλα νησιά, όπως η Νάξος και η Πάρος), σε συνδυασμό με το μικρό τους μέγεθος, υποδηλώνει ότι εξυπηρετούσαν μικρές και σχετικά απομονωμένες οικιστικές μονάδες, ενδεχομένως αγροικίες όπου κατοικούσαν τα μέλη μιας ευρύτερης οικογένειας. Άλλωστε ένα παρόμοιο σύστημα γεωργοκτηνοτροφικών εγκαταστάσεων που στέγαζαν όχι μόνο τα μέλη της οικογένειας αλλά και οικόσιτα ζώα καθώς και δραστηριότητες όπως τυροκομική, καλαθοπλεκτική κ.ά., επέζησε μέχρι πολύ πρόσφατα σε αρκετά κυκλαδονήσια.

Στην περίοδο αυτή, τα νεκροταφεία αποτελούνταν από ομάδες 10-15 μικρών τάφων, συνήθως σε πλαγιές λόφων. Οι τάφοι αυτοί είχαν τις πλευρές τους επενδυμένες με λίθινες πλάκες και χρησιμοποιούνταν για την ταφή ενός μόνο νεκρού σε έντονα συνεσταλμένη στάση. Το σώμα ήταν κατά κανόνα
πλαγιασμένο στο δεξιό πλευρό, τα γόνατα διπλωμένα προς το στομάχι και τα χέρια τοποθετημένα μπροστά στο πρόσωπο. Σε ορισμένες περιπτώσεις υπήρχε μικρή εξέδρα ακριβώς πάνω από τον τάφο που προφανώς χρησίμευε για ταφικές τελετές. Πολύ λίγοι τάφοι της ΠΚ Ι περιόδου περιείχαν κτερίσματα, κυρίως πήλινα αγγεία αλλά ενίοτε και μαρμάρινα ειδώλια και χάντρες από περιδέραια. Τα κτερίσματα αυτά ήταν προφανώς τα προσωπικά αντικείμενα του νεκρού, που πιθανώς θα του χρησίμευαν στη μετά θάνατον ζωή.

Πρωτοκυκλαδική ΙΙ (2800-2300 π.Χ)

Σε αυτή την περίοδο εμφανίζονται για πρώτη φορά ουσιαστικά οργανωμένοι οικισμοί. Από τις ανασκαφές που έχουν γίνει στον Σκάρκο της Ίου και στην Αγία Ειρήνη της Κέας, είναι σαφές ότι ήδη από το 2600 π.Χ. αναπτύχθηκαν στις Κυκλάδες οικισμοί με σπίτια ορθογώνιας κάτοψης εξαιρετικά επιμελημένης τοιχοποιίας (συχνά διώροφα), με αγωγούς αποχέτευσης, χώρους βιοτεχνικής δραστηριότητας και άλλα χαρακτηριστικά που υποδηλώνουν πρώιμες αστικές δομές. Οι συγκεκριμένοι οικισμοί βρίσκονταν κοντά στη θάλασσα, και μάλιστα εντός κλειστών, καλά προφυλαγμένων κόλπων, και φαίνεται ότι συγκέντρωναν ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού των αντίστοιχων νησιών. Επιφανειακές έρευνες στη βόρεια Κέα απέδειξαν ότι η Αγ. Ειρήνη ήταν ο μόνος μεγάλος οικισμός της συγκεκριμένης περιόδου, πιθανότατα δηλαδή αποτελούσε την «πρωτεύουσα» του νησιού. Κάτι ανάλογο μπορούμε να υποθέσουμε για τον Σκάρκο της Ίου καθώς και για τη Χαλανδριανή της Σύρου (Καστρί), όπου έχει βρεθεί ένα ΠΚ ΙΙ νεκροταφείο με πάνω από 600 τάφους. Σε άλλα νησιά, ωστόσο, όπως η Μήλος, η Νάξος, η Αμοργός και η Πάρος, παρά την ύπαρξη σημαντικών οικισμών (Φυλακωπή στη Μήλο, Γκρόττα στη Νάξο) φαίνεται ότι η κατοίκηση ήταν πολύ πιο διάσπαρτη. Άλλωστε, και στην περίοδο αυτή εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται οι απομονωμένες αγροικίες που γνωρίζουμεαπό την ΠΚ Ι φάση.

Η οχύρωση των οικισμών αποτελούσε ανέκαθεν βασικό μέλημα των Κυκλαδιτών, που εκτεθειμένοι όπως ήταν στη θάλασσα έπρεπε να λαμβάνουν προφυλάξεις απέναντι στην πειρατεία και τις εχθρικές επιδρομές. Ήδη από την Τελική Νεολιθική περίοδο γνωρίζουμε την ύπαρξη οχυρωματικού τείχους στη θέση Στρόφιλας της Άνδρου, ενώ στη Μαρκιανή της Αμοργού υπάρχει προστατευτικός περίβολος από την ΠΚ Ι φάση. Κατά τη διάρκεια της ΠΚ ΙΙ περιόδου εμφανίζονται και άλλες οχυρωμένες θέσεις (π.χ. στον Πάνορμο της Νάξου και το όρος Κύνθος της Δήλου) το πιο χαρακτηριστικό όμως παράδειγμα είναι η ισχυρή οχύρωση στη θέση Καστρί της Σύρου που χρονολογείται προς το τέλος της περιόδου. Οι ακροπόλεις αυτές βρίσκονταν κατά κανόνα στις κορυφές απόκρημνων λόφων και αντανακλούν μια περίοδο αναταραχών στο Αιγαίο, που πιθανώς σχετίζονταν με μετακινήσεις πληθυσμών από βορρά και ανατολή. Οι κάτοικοι φαίνεται ότι ήταν αναγκασμένοι να συνωστίζονται στις μικρές κορυφές των λόφων για λόγους προστασίας. Στο Καστρί μάλιστα έχουν βρεθεί χάλκινα αντικείμενα, μεταλλευτικές χοάνες και λίθινες μήτρες που αποδεικνύουν ότι πολλές βιοτεχνικές δραστηριότητες ελάμβαναν χώρα εντός των τειχών. Το πλήθος από βλήματα σφενδονών που βρέθηκαν έξω από τις οχυρώσεις στο Καστρί και τον Πάνορμο εξηγούν το γιατί.

Τα νεκροταφεία είναι πολύ περισσότερα και πολύ πιο εκτεταμένα, γεγονός που υποδηλώνει σημαντική αύξηση και ενδεχομένως διαφορετική οργάνωση του πληθυσμού. Πολλά από αυτά, μάλιστα, έχουν βρεθεί κοντά σε ακτές, και πιθανώς σχετίζονται με την ίδρυση νέων παράκτιων οικισμών κατά την ΠΚ ΙΙ περίοδο (αν και η θέση των οικισμών αυτών δεν εντοπίζεται πάντα με ακρίβεια). Οι κιβωτιόσχημοι τάφοι παρέμειναν σε χρήση αλλά είχαν μεγαλύτερο μέγεθος και χρησίμευαν για περισσότερες από μία ταφές. Συχνά, μια οριζόντια πλάκα χώριζε το εσωτερικό του τάφου σε δύο επίπεδα: στο ανώτερο βρισκόταν η πιο πρόσφατη ταφή, ενώ στο κατώτερο φυλάσσονταν τα οστά παλαιότερων ταφών. Ως κτερίσματα προσφέρονταν μαρμάρινα αγγεία και ειδώλια, ασημένια και χάλκινα κοσμήματα, χάλκινα αντικείμενα καλλωπισμού, χάντρες από λίθους ή όστρεα και αγγεία. Χάλκινα όπλα έχουν βρεθεί μόνον σε έναν πολύ μικρό αριθμό τάφων. Όπως και σε πρωιμότερες φάσεις, πάντως, έτσι και κατά την ΠΚ ΙΙ, η ποσότητα και ποιότητα των κτερισμάτων ποίκιλε από τάφο σε τάφο, γεγονός που αντανακλά διαφορές πλούτου και ενδεχομένως κοινωνικής θέσης ανάμεσα στους νεκρούς.

Την εποχή αυτή, κάνει την εμφάνισή του στη Χαλανδριανή της Σύρου και ένας νέος τύπος τάφου με κτιστά εκφορικά τοιχώματα. Ο τάφος αυτός είχε τη μορφή κυψέλης, με σχεδόν κυκλική κάτοψη και κτιστά τοιχώματα που έκλιναν προς τα έσω, ενώ η οροφή καλυπτόταν με μία λίθινη πλάκα. Αν και υπήρχε πλευρική είσοδος που έκλεινε με ξηρολιθιά, οι τάφοι της Χαλανδριανής περιείχαν μόνον από έναν νεκρό ο καθένας. Οι πάνω από 600 τάφοι που ανασκάφηκαν στο συγκεκριμένο νεκροταφείο ήταν οργανωμένοι σε συστάδες και διέφεραν μεταξύ τους ως προς τον αριθμό και την ποιότητα των κτερισμάτων.

Πρωτοκυκλαδική ΙΙΙ (2300-2000 π.Χ.)

Τα στοιχεία που έχουμε για τους οικισμούς της Πρωτοκυκλαδικής ΙΙΙ περιόδου είναι λιγοστά και προέρχονται κατά κύριο λόγο από τη Φυλακωπή της Μήλου και σε μικρότερο βαθμό από την Παροικία της Πάρου. Η βίαιη καταστροφή των οχυρωμένων οικισμών στο Καστρί και τον Πάνορμο και η εγκατάλειψη θέσεων όπως ο Σκάρκος στην Ίο, έχουν θεωρηθεί ως ενδείξεις μείωσης του πληθυσμού. Δεν χωρά αμφιβολία ότι οι αναταραχές στο τέλος της ΠΚ ΙΙ φάσης θα είχαν κάποιες αρνητικές επιπτώσεις στην κατοίκηση των νησιών. Ωστόσο υπάρχουν σαφείς – αν και περιορισμένες προς το παρόν – ενδείξεις ότι μια σειρά από οικισμούς που εξελίχθηκαν σε σημαντικά λιμάνια κατά τη Μέση και Ύστερη Εποχή του Χαλκού, όπως το Ακρωτήρι στη Θήρα, η Αγία Ειρήνη στην Κέα και η Γκρόττα στη Νάξο, συνέχισαν να κατοικούνται και κατά την ΠΚ ΙΙΙ περίοδο. Δεν αποκλείεται λοιπόν, οι μεταβολές που παρατηρούνται την περίοδο αυτή να οφείλονται σε μια τάση συγκέντρωσης των κατοίκων σε μεγαλύτερα παράκτια κέντρα, που παρείχαν μεγαλύτερη ασφάλεια ενώ ταυτόχρονα έδιναν τη δυνατότητα συστηματικότερης εμπορικής δραστηριότητας – τόσο απαραίτητης για την επιβίωση των νησιωτικών πληθυσμών.

Οι γνώσεις μας για τα ταφικά έθιμα της περιόδου είναι περιορισμένες καθώς πολύ λίγα ΠΚ ΙΙΙ νεκροταφεία έχουν εντοπιστεί. Γνωρίζουμε πάντως ότι ενώ οι κιβωτιόσχημοι τάφοι παραμένουν σε χρήση, τώρα εμφανίζονται και οι λαξευτοί θαλαμοειδείς, δηλαδή υπόγειοι τάφοι σκαμμένοι σε πλαγιές λόφων. Οι τάφοι αυτοί χρησίμευαν για πολλαπλές, διαδοχικές ταφές και περιείχαν ως επί το πλείστον πήλινα αγγεία ως κτερίσματα.

Landscape view is not supported.
Please rotate your device to portrait view.