ΚΥΚΛΑΔΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Ειδωλοπλαστική

Ασχολίες, Τέχνες και Τεχνικές

Τα πρώτα ειδώλια έγιναν γνωστά στα τέλη του 18ου αιώνα και χαρακτηρίστηκαν «άσχημα», «πρωτόγονα», «βαρβαρικές μορφές» και «κακόγουστα».  

Ωστόσο, υπό την επίδραση της τέχνης των αρχών του 20ού αιώνα αναγνωρίσθηκε η καλλιτεχνική τους αξία και έγιναν περιζήτητα και ιδιαιτέρως αγαπητά στους κύκλους των φιλότεχνων. Με κριτήριο τα μορφολογικά τους στοιχεία διακρίνονται σε διάφορους τύπους και παραλλαγές, που φέρουν συμβατικές ονομασίες προερχόμενες είτε από τις θέσεις  στις οποίες βρέθηκαν για πρώτη φορά είτε από το σχήμα τους.

Τα ειδώλια

Οι πειραματικές εφαρμογές και τα ημιτελή ειδώλια έδειξαν ότι η κατασκευή των ειδωλίων περιελάμβανε τέσσερα στάδια μετά την απόκτηση της πρώτης ύλης:  τη χάραξη του σχήματος στην επιφάνεια του μαρμάρου, την αφαίρεση της περιττής πρώτης ύλης, την τελική μορφοποίηση του ειδωλίου, τη δημιουργία εγχράξεων και ενίοτε τη στίλβωση και τη χρωματική διακόσμηση. Αν και η συντριπτική πλειονότητα των ειδωλίων είναι από μάρμαρο, απαντούν και σε άλλα υλικά, όπως σε ασβεστόλιθο, μελανό λίθο, μέταλλο κ.ά.

Τα κυκλαδικά ειδώλια παριστούν κατά το πλείστον γυναικείες μορφές, αν και οι ανδρικές δεν απουσιάζουν, και εντάσσονται σε δύο κατηγορίες: τα σχηματικά και τα φυσιοκρατικά. Οι δύο κατηγορίες συνυπάρχουν σε όλη τη διάρκεια της Πρωτοκυκλαδικής περιόδου και διαμορφώνουν δύο  διαφορετικούς τρόπους έκφρασης. 

Ξεκινώντας από την αφαιρετική απόδοση του ανθρώπινου περιγράμματος και διανύοντας εν συνεχεία μία περίοδο έντονων πειραματισμών, οι Κυκλαδίτες γλύπτες στην ακμή της περιόδου δημιουργούν τα πλέον χαρακτηριστικά ειδώλια του Πρωτοκυκλαδικού πολιτισμού, τα λεγόμενα ειδώλια του «κανονικού τύπου με διπλωμένους βραχίονες». Πρόκειται, κυρίως, για ειδώλια γυμνών γυναικείων μορφών με τυποποιημένα χαρακτηριστικά: το κεφάλι αποδίδεται με κλίση προς τα πίσω, οι βραχίονες είναι διπλωμένοι κάτω από το στήθος κατά την «κανονική διάταξη», δηλαδή με τον αριστερό πήχυ επάνω στον δεξιό, και τα πόδια αποδίδονται με κλίση προς τα κάτω. Αποδίδονται τα βασικά χαρακτηριστικά του προσώπου και τα ανατομικά χαρακτηριστικά του σώματος για την αναγνώριση του φύλου. Η τυποποίηση αυτή διαρκεί για πέντε περίπου αιώνες και καταργείται προς το τέλος της περιόδου, οπότε και στα ειδώλια παρατηρείται η εξασθένιση της μακραίωνης τυποποίησης, ο εκφυλισμός των «κανόνων» και η πρόχειρη απόδοση των επί μέρους χαρακτηριστικών της μορφής. Στο τέλος της περιόδου, οι γλύπτες περιορίζονται στην παραγωγή σχηματικών ειδωλίων, τα οποία χαρακτηρίζονται από συμπαγείς όγκους για την απόδοση του σώματος και παντελή έλλειψη ανατομικών χαρακτηριστικών.

Στην Κυκλαδική ειδωλοπλαστική γνωρίζουμε ότι χρησιμοποιήθηκε εκτενώς το χρώμα, καθώς τα ειδώλια ήταν στην πραγματικότητα χρωματισμένα. Με βαθυγάλαζο ή μελανό χρώμα αποδίδονταν τα μαλλιά, τα φρύδια, τα μάτια και το τρίγωνο της ήβης, ενώ με κόκκινο δηλώνονταν τα κοσμήματα και διακοσμητικά σχέδια του προσώπου και του σώματος.

Η απουσία γραπτών πηγών και το γεγονός ότι η πλειονότητα των κυκλαδικών ειδωλίων δεν έχει προέλθει από συστηματικές ανασκαφές καθιστά την ερμηνεία και τη χρήση τους αδύνατη. Οι προταθείσες ερμηνείες ποικίλλουν. Κάποιοι μελετητές υποστηρίζουν ότι τα κυκλαδικά ειδώλια εικονίζουν θεότητες που σχετίζονται με τη γονιμότητα, τη Μητέρα Θεά που εξουσιάζει τον κύκλο της ζωής και του θανάτου, χθόνιες θεότητες, ψυχοπομπούς και μυθολογικά όντα αποτροπαϊκού χαρακτήρα. Κάποιοι άλλοι θεωρούν ότι τα ειδώλια παριστούν εικόνες θνητών που λειτουργούσαν ως παλλακίδες στην υπηρεσία του νεκρού, ως παιδικές κούκλες, ως εικόνες προγόνων και ως σύμβολα κύρους. Το γεγονός, όμως, ότι έχουν βρεθεί τόσον σε οικισμούς όσον και σε τάφους μάς επιτρέπει να υποθέσουμε ότι χρησίμευαν τόσον ως τελετουργικά αντικείμενα στην καθημερινή ζωή όσον και ως ταφικά κτερίσματα.

Landscape view is not supported.
Please rotate your device to portrait view.