ΚΥΠΡΙΑΚΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ

Η Τέχνη της Κύπρου

Η τέχνη της Κύπρου διαθέτει πρωτοτυπία και υψηλή ποιότητα αλλά χαρακτηρίζεται και από μείξη στοιχείων διαφόρων πολιτισμών που άφησαν το αποτύπωμά τους στο νησί και την καλλιτεχνική του παραγωγή

Τέχνη της Κύπρου

Σταυρόσχημα ειδώλια – Χαλκολιθική περίοδος

Κατά την Χαλκολιθική περίοδο (3900-2500 π.Χ.) εμφανίζεται στην Κύπρο ένας σημαντικός αριθμός ειδωλίων που αποδίδουν με σχηματικό τρόπο την ανθρώπινη μορφή. Τα ειδώλια αυτά είναι κατά κανόνα λίθινα (από ντόπιο πικρόλιθο ή στεατίτη) και έχουν σχήμα σταυρού. Τα σταυρόσχημα ειδώλια φαίνεται ότι κατάγονται από τα στεατοπυγικά ειδώλια της Νεολιθικής εποχής, αλλά είναι πολύ πιο λεπτά και ογκώδη. Έχουν ψηλό λαιμό, μεγάλη επίπεδη κεφαλή με ελαφρά κλίση προς τα πίσω, χέρια σε έκταση και τα πόδια λυγισμένα σε στάση βαθέως καθίσματος. Ορισμένα φέρουν οπή ανάρτησης στο πάνω μέρος της κεφαλής, και φαίνεται ότι είχαν χρησιμοποιηθεί ως περίαπτα. Υπάρχουν επίσης ειδώλια που απεικονίζουν δύο μορφές, είτε τη μία πάνω στην άλλη είτε σε σταυρόσχημη διάταξη, σαν να κρατά η μία την άλλη στα χέρια. Αυτές οι διπλές μορφές ίσως αποτελούν προδρόμους των διπλών θεοτήτων που απαντούν σε πολλές θρησκείες της προϊστορικής περιόδου στη Μεσόγειο και την Εγγύς Ανατολή. Τα περισσότερα ειδώλια απεικονίζουν γυναίκες αν και το φύλο δεν υποδηλώνεται πάντα. Το ύψος τους κυμαίνεται μεταξύ 5 και 15 εκ. Σταυρόσχημα ειδώλια έχουν βρεθεί κυρίως σε τάφους παιδιών και γυναικών και φαίνεται ότι σχετίζονται με την έννοια της γονιμότητας και της αναγέννησης. Ίσως να συνδέονταν με τη λατρεία της μεγάλης Μητέρας-Θεάς ή με λατρευτικές πρακτικές που είχαν σχέση με τη γέννηση. Πολλά τέτοια ειδώλια έχουν βρεθεί στην περιοχή της Πάφου, όπου την ιστορική περίοδο αναπτύχθηκε η λατρεία μιας άλλης γονιμικής θεότητας της Αφροδίτης – αν και βέβαια η χρονική απόσταση δεν επιτρέπει υποθέσεις περί λατρευτικής συνέχειας.


Σανιδόμορφα ειδώλια – Πρώιμη/Μέση Εποχή του Χαλκού

Κατά την Πρώιμη και Μέση Εποχή του Χαλκού (2000-1600 π.Χ.) οι βασικές αναπαραστάσεις της ανθρώπινης μορφής στην Κύπρο ήταν τα πήλινα σανιδόμορφα ειδώλια. Τα ειδώλια αυτά ήταν εξαιρετικά σχηματοποιημένα και είχαν επίπεδο ορθογώνιο κορμό με στενό λαιμό και κεφαλή. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου και τα διάφορα κοσμήματα αποδίδονταν με εγχάρακτο τρόπο ή με χρώμα (θυμίζουν, δηλαδή, την τεχνική διακόσμησης της Ερυθροστιλβωτής και της Λευκής Γραπτής κεραμικής). Η μύτη, τα αυτιά και τα στήθη αποδίδονταν με ανάγλυφο ή πλαστικό τρόπο. Υπάρχουν και παραδείγματα με διπλή κεφαλή όπως και βρεφοκρατούσες γυναίκες. Σανιδόμορφα ειδώλια έχουν βρεθεί κυρίως σε τάφους αλλά (σπανιότερα) και σε οικισμούς. Θεωρείται πιθανόν ότι τη χρήση τους εισήγαγαν στην Κύπρο πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, όπου παρόμοια ειδώλια κατασκευάζονταν από πρωιμότερες περιόδους.

Κατά την Πρωτοκυπριακή ΙΙΙ – Μεσοκυπριακή Ι περίοδο (περ. 2000-1900 π.Χ.), άρχισαν να κατασκευάζονται παρόμοια ειδώλια από λίθο (ασβεστόλιθο, κιμωλία, γύψο, αλάβαστρο και, ενίοτε, ντόπιο μάρμαρο). Τα λίθινα ειδώλια σανιδόμορφου τύπου είναι σπάνια και προέρχονται από τάφους της περιόδου. Είναι ιδιαίτερα σχηματικά και συνήθως μεγαλύτερα από τα πήλινα. Έχουν επίπεδο κορμό με γωνιώδεις απολήξεις για τους βραχίονες και τα χέρια, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις φέρουν οπές στο ύψος των «αυτιών» καθώς και ίχνη γραπτή διακόσμησης στο πρόσωπο. Αν κρίνουμε από τα πήλινα αντίστοιχά τους, δεν αποκλείεται αρχικά να έφεραν κι αυτά γραπτή διακόσμηση σε όλο το σώμα ή να είχαν επιπρόσθετα πλαστικά κοσμήματα.

Η χρήση των λίθινων σανιδόμορφων ειδωλίων δεν είναι σαφής. Ανάλογες μορφές (μικρότερων διαστάσεων) έχουν εντοπιστεί σε πήλινες αναπαραστάσεις ιερών της ίδιας περιόδου και θεωρείται ότι απεικονίζουν τα ξύλινα ξόανα των λατρευόμενων θεοτήτων – που συνήθως σχετιζόταν με τη γονιμότητα και την αναγέννηση. Δεν αποκλείεται τα μεγάλα λίθινα σανιδόμορφα ειδώλια να χρησίμευαν κι αυτά ως υποκατάστατα ξοάνων σε ταφικές τελετές που ελάμβαναν χώρα πριν την εναπόθεση του νεκρού στον τάφο.


Ειδώλια τύπου «Αστάρτης» – Ύστερη Εποχή του Χαλκού

Κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού, ένας νέος τύπος γυναικείου ειδωλίου κυριάρχησε στην Κύπρο. Είχε πιο καμπύλα περιγράμματα, τονισμένους μηρούς ενώ με τα χέρια υποβαστούσε τα στήθη. Επίσης έφερε εγχάρακτη διακόσμηση, που κατά κανόνα περιλάμβανε και το αιδοίο. Τα μάτια αποδίδονται με μικρά σφαιρίδια ενώ τα αυτιά ήταν επίπεδα και έφεραν μεγάλα πήλινα ενώτια (σκουλαρίκια). Σε κάποιες περιπτώσεις οι γυναικείες μορφές κρατούν και ένα μωρό στο αριστερό χέρι. Ο συγκεκριμένος τύπος ειδωλίου κατάγεται από συριακά πρότυπα, τα οποία έχουν με τη σειρά τους επηρεαστεί από μεσοποταμιακά ειδώλια. Γενικά θεωρείται ότι απεικονίζουν μια θεά της γονιμότητας, που συνήθως συνδέεται με την μεγάλη ανατολική θεότητα Αστάρτη. Τη περίοδο αυτή, άλλωστε, οι σχέσεις της Κύπρου με την Εγγύς Ανατολής ήταν ιδιαίτερα στενές και οι αλληλεπιδράσεις τόσο σε επίπεδο θρησκευτικών πεποιθήσεων όσο και σε επίπεδο εικονογραφίας ήταν έντονες.


Η ανθρώπινη μορφή σε αγγεία

Οι Κύπριοι αγγειοπλάστες συνήθιζαν να αποδίδουν την ανθρώπινη μορφή πάνω στα αγγεία που κατασκεύαζαν. Αυτό γινόταν είτε με ανάγλυφες τρόπο στο λαιμό του αγγείου είτε με το πλάσιμο του λαιμού και των λαβών με τρόπο τέτοιο που να θυμίζει ανθρώπινη κεφαλή. Ανθρωπόμορφα αγγεία άρχισαν να κατασκευάζονται στο τέλος της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού, η χρήση τους όμως επεκτάθηκε μόνον στην Ύστερη Εποχή του Χαλκού και συνεχίστηκε και κατά τους ιστορικούς χρόνους. Πάντως τα ανθρωπόμορφα αγγεία είναι σχετικά σπάνια, γεγονός που επιτρέπει την υπόθεση ότι η χρήση τους ήταν συμβολική ή ίσως λατρευτική.


Ειδώλια των ιστορικών χρόνων

Η παραγωγή ειδωλίων στην Κύπρο των ιστορικών περιόδων ήταν ιδιαίτερα εντατική. Τα κεραμικά εργαστήρια που ειδικεύονταν στην ειδωλοπλαστική βρίσκονταν κατά κανόνα κοντά σε μεγάλα ιερά.

Τα απλούστερα ειδώλια ήταν χειροποίητα. Είχαν κυλινδρικό κορμό και αδρά δουλεμένα πρόσωπα. Συχνά οι κεραμείς χρησιμοποιούσαν επίθετες ταινίες ή σφαιρίδια πηλού για να αποδώσουν τα ενδύματα, το κάλυμμα της κεφαλής, τα μάτια ή τα αυτιά («τεχνική του χιονάνθρωπου»). Ένας μικρός αριθμός ειδωλίων κατασκευάζονταν στον τροχό. Από τον 7ο αι. π.Χ., όμως, η μεγάλη ζήτηση ειδωλίων οδήγησε στη χρήση μητρών που επέτρεπαν τη μαζική παραγωγή.

Οι Κύπριοι λάτρευαν τις προγονικές τους θεότητες, υπό διάφορες ιδιότητες, κυρίως σε υπαίθρια ιερά, όπου πίστευαν ότι κατοικούσαν. Θεωρούσαν ότι οι θεότητες συμμετείχαν στις θρησκευτικές τελετουργίες και τις μουσικές γιορτές, που αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της λατρείας τους, γι’ αυτό και τους προσέφεραν ποικίλα αναθήματα, μεταξύ των οποίων τα πιο πολυάριθμα ήταν τα πήλινα ειδώλια.

Τα γνωστά ειδώλια ανδρικών μορφών (πολεμιστές, ιππείς, ηνίοχοι, λατρευτές) προέρχονται συνήθως από ιερά ανδρικών θεοτήτων. Ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι το περίφημο ιερό της Αγίας Ειρήνης στη βορειοδυτική ακτή της Κύπρου, όπου βρέθηκε ένας τεράστιος αριθμός ανδρικών ειδωλίων κάθε μεγέθους (ακόμη και φυσικού!). Τα ειδώλια αυτά, που χρονολογούνται στην Κυπρο-Αρχαϊκή περίοδο (7ος-6ος αι. π.Χ.) φαίνεται ότι συνδέονται με τη λατρεία μιας μείζονος ανδρικής θεότητας με πολλαπλές ιδιότητες.

Τα γνωστά ειδώλια γυναικείων μορφών συνδέονται συνήθως με τη λατρεία της Μεγάλης Μητέρας Θεάς. Η λατρεία μιας γονιμικής θεότητας – ενδεχομένως της Αστάρτης - πιστοποιείται στην Κύπρο ήδη από την Εποχή του Χαλκού. Κατά την Γεωμετρική και Αρχαϊκή περίοδο, η ανατολικής προέλευσης Αστάρτη ταυτίζεται με την τοπική θεά Αφροδίτη, που λατρεύεται τόσο σε μεγάλους ναούς, όπως αυτοί του Κιτίου και της Παλαιπάφου, όσο και σε μικρότερα υπαίθρια ιερά. Υπάρχουν πολλοί τύποι γυναικείων ειδωλίων, που φαίνεται να σχετίζονται με τη λατρεία μιας γονιμικής θεότητας: ιέρειες με τελετουργικές ενδυμασίες που συχνά κρατούν στα χέρια τους σύμβολα γονιμότητας, όπως πτηνά, καρπούς ή άνθη, λατρεύτριες με τα χέρια υψωμένα σε στάση δέησης, μουσικοί (τυμπανίστριες και αυλητρίδες), χορεύτριες, κ.ά. Ιδιαίτερα ενδιαφέροντα είναι τα λιγοστά ειδώλια γυμνών γυναικείων μορφών. Τα ειδώλια αυτά ήταν ευρέως γνωστά από τη βόρεια Συρία, όπου χρησίμευαν ως αναπαραστάσεις της Αστάρτης, αλλά φαντάζουν ξένα στο περιβάλλον της Κύπρου, όπου οι γυναικείες μορφές απεικονίζονταν κατά κανόνα ενδεδυμένες. Ειδώλια γυναικείων μορφών ανευρίσκονται συχνά και σε τάφους, στοιχείο που υποδηλώνει ότι εκτός από τη γονιμότητα συμβόλιζαν επίσης και την αναγέννηση.

Εκτός από τα ειδώλια ανδρικών και γυναικείων μορφών, υπήρχαν και άλλοι τύποι πήλινων ομοιωμάτων που απεικόνιζαν είτε σκηνές και χαρακτήρες της καθημερινής ζωής (οικιακές εργασίες, γραφείς, ηθοποιούς), είτε μυθολογικά πλάσματα και ζώα. Τα περισσότερα από αυτά τα ομοιώματα θα είχαν αναμφίβολα λατρευτική χρήση. Ωστόσο, κάποια από αυτά, ειδικά ορισμένα ειδώλια ζώων, χρησίμευαν και ως παιδικά παιχνίδια (η ακόμη και ως κουδουνίστρες, αφού συχνά περιείχαν μικρά πετραδάκια ή καρπούς).

Η μεγάλη γλυπτική εμφανίστηκε στην Κύπρο τον 7ο αι. π.Χ. Το νησί δεν διαθέτει κοιτάσματα μαρμάρου, ενώ οι εισαγωγές του υλικού ήταν περιορισμένες. Έτσι οι Κύπριοι γλύπτες περιορίστηκαν αρχικά στη χρήση του μαλακού ντόπιου ασβεστόλιθου, ο οποίος δεν είναι το ιδανικό υλικό για γλυπτά έργα, και μάλιστα μνημειακών διαστάσεων. Σε αυτό οφείλονται ορισμένες ιδιαιτερότητες της κυπριακής γλυπτικής, όπως π.χ. ότι οι λεπτομέρειες αποδίδονταν συχνά με εγχάρακτο ή γραπτό παρά με πλαστικό τρόπο.

Ο πρωιμότερος τοπικός ρυθμός, που τοποθετείται χρονικά γύρω στο 670 π.Χ., παρουσιάζει σαφείς ανατολικές επιρροές - κυρίως από τη βόρεια Συρία. Το γεγονός δεν πρέπει να εκπλήσσει αφού η ασσυριακή επικυριαρχία στο νησί μεταξύ του 709 και του 669 π.Χ. επέτεινε τις επαφές της Κύπρου με την Εγγύς Ανατολή. Τα γλυπτά και τα ανάγλυφα της περιόδου αντλούν τη θεματολογία τους σε μεγάλο βαθμό από πολεμικές σκηνές. Οι ανδρικές μορφές είναι συνήθως ντυμένες σύμφωνα με τον ασσυριακό συρμό, ενώ τα ογκώδη, άκαμπτα σώματά τους και τα έντονα δηλωμένα χαρακτηριστικά του προσώπου παραπέμπουν κι αυτά στην γλυπτική των Ασσυρίων.

Από το 570 π.Χ., ωστόσο, οι Κύπριοι αρχίζουν να δέχονται επιδράσεις από την αιγυπτιακή και ανατολικο-ιωνική γλυπτική, τα οποία συνδυάζουν δημιουργικά με ντόπια στοιχεία. Κατασκευάζουν μνημειακά αγάλματα, που χαρακτηρίζονται από μετωπικότητα και την κυριολεκτική εξαφάνιση του σώματος κάτω από τα ενδύματα. Το πρόσωπο αποδίδεται τριγωνικό ή ωοειδές με αυστηρή έκφραση, μεγάλα μάτια και παχιά φρύδια. Οι ανδρικές μορφές φορούν συχνά κωνικούς πίλους ανατολίζοντος τύπου, ενώ οι γενειάδες τους είναι τριγωνικές και θυμίζουν εκείνες των ηγεμόνων της Εγγύς Ανατολής. Οι γυναικείες μορφές φορούν κοσμήματα και ποδήρεις χιτώνες. Υπάρχουν επίσης αρκετά ενδιαφέροντα παραδείγματα κούρων και κορών. Βέβαια οι Κύπριοι, διαπνεόμενοι από ένα πνεύμα συντηρητισμού, αποδίδουν ντυμένα τα αγάλματα των κούρων (σε αντίθεση με τους ελληνικούς κούρους που είναι πάντα γυμνοί), ενώ στο πρόσωπό τους αποτυπώνεται το χαρακτηριστικο «αρχαϊκό μειδίαμα». Οι γυναικείες μορφές της ίδιας περιόδου θυμίζουν έντονα τις ιωνικές κόρες. Αρκετά κυπριακά αγάλματα έχουν βρεθεί ως αναθήματα σε ιερά της Ρόδου, της Σάμου, της Μικράς Ασίας και της Ναύκρατης στην Αίγυπτο.

Από το 540 π.Χ. και εξής, ο κοινός αγώνας Κυπρίων, Ιώνων και Ελλήνων εναντίον των Περσών, φέρνει σε στενότερη επαφή την Κύπρο με το Αιγαίο. Η επίδραση της ανατολικο-ιωνικής γλυπτικής εντείνεται, χωρίς πάντως να εκλείπει η ζωντάνια και η ιδιαιτερότητα της τοπικής τέχνης. Κατά τον 5ο αιώνα πυκνώνουν οι σχέσεις με την κυρίως Ελλάδα, εν μέρει λόγω της της φιλελληνικής στάσης του βασιλιά της Σαλαμίνας Ευαγόρα Α’, ο οποίος ασπάζεται τον ελληνικό τρόπο ζωής και τα ελληνικά ιδεώδη. Καθώς αρχίζουν να εισάγονται ελληνικά μαρμάρινα γλυπτά, γίνεται έκδηλη στην τοπική παραγωγή η αυξανόμενη επίδραση της ελληνικής γλυπτικής και συγκεκριμένα της αττικής τεχνοτροπίας. Στις επιτύμβιες στήλες της νεκρόπολης του Μαρίου, η έκφραση, η ένδυση και η στάση των μορφών αντιγράφουν ξεκάθαρα αττικά πρότυπα. Από τώρα και στο εξής, οι Κύπριοι γλύπτες προσπαθούν να παρακολουθήσουν τις εξελίξεις της ελληνικής τέχνης, αρχής γενομένης από τη στροφή στον ιδεαλισμό που εισάγουν τον 4ο αιώνα ο Λύσιππος και ο Πραξιτέλης.

Κατά τους ελληνιστικούς χρόνους, οι Κύπριοι γλύπτες επηρεάζονται και εμπνέονται κυρίως από τις σχολές της Αλεξάνδρειας, της Αθήνας και της Περγάμου. Στη Ρωμαϊκή περίοδο, όμως, τα καλλιτεχνικά ρεύματα τείνουν να ομογενοποιηθούν και να διεθνοποιηθούν. Η κυπριακή γλυπτική της περιόδου ακολουθεί πλήρως το ρεύμα της επίσημης ελληνορωμαϊκής τέχνης, δίνοντας έμφαση στις προσωπογραφίες καθώς και σε περίοπτα αγάλματα από μάρμαρο αλλά και χαλκό.

Landscape view is not supported.
Please rotate your device to portrait view.