ΙΑΣΙΣ

Επιστημονική Ιατρική

Παράλληλα με τη θεουργική θεραπευτική είχε αρχίσει να αναπτύσσεται και η επιστημονική ιατρική, επηρεασμένη από τη φιλοσοφία.

Παράλληλα με τη θεουργική θεραπευτική είχε αρχίσει να αναπτύσσεται και η επιστημονική ιατρική, επηρεασμένη από τη φιλοσοφία. Οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι, ήδη από τον 6ο αι. π.Χ., απέρριπταν τις μυθολογικές εξηγήσεις των φυσικών φαινομένων, ερμηνεύοντάς τα με την ορθολογική σκέψη. Τις ιδέες αυτές επέκτειναν και στην ερμηνεία των ανθρώπινων φαινομένων – όπως είναι η υγεία, η νόσος, η ίαση και ο θάνατος.

Γύρω στο 500 π.Χ., ο φυσικός φιλόσοφος Αλκμαίων από τον Κρότωνα ήταν ο πρώτος που όρισε την υγεία ως ισονομία (δηλ. ισότητα και αρμονία) των αντίθετων δυνάμεων του οργανισμού (θερμό-ψυχρό / ξηρό-υγρό / πικρό-γλυκό). Όταν, όμως, μία από αυτές τις δυνάμεις υπερισχύει όλων των άλλων, τότε δημιουργείται μοναρχία, η οποία οδηγεί στην ασθένεια. Επομένως, η θεραπεία του οργανισμού συνίσταται στην αποκατάσταση της ισονομίας αυτών των δυνάμεων.
Σύμφωνα με τον φιλόσοφο Εμπεδοκλή (5ος αι. π.Χ.), τα τέσσερα συστατικά στοιχεία του σύμπαντος – και επομένως και του ανθρώπου – είναι η Φωτιά, ο Αέρας, η Γη και το Νερό. Ο Ιπποκράτης (460 - 375/351 π.Χ.), επηρεασμένος από αυτή τη φιλοσοφική αντίληψη, οδηγήθηκε στη «Θεωρία των Χυμών». Υποστήριζε ότι στο ανθρώπινο σώμα υπάρχουν τέσσερεις χυμοί (αίμα, φλέγμα, ξανθή χολή, μέλαινα χολή) και κάθε χυμός είχε ένα ποιοτικό γνώρισμα (θερμό, ψυχρό, ξηρό, υγρό) που αντιστοιχούσε σε ένα από τα τέσσερα συστατικά στοιχεία του σύμπαντος. Η ευκρασία, δηλ. η ισορροπημένη αναλογία των τεσσάρων χυμών, αποτελεί το κύριο χαρακτηριστικό της υγείας. Αντίθετα, η ανατροπή αυτής της ισορροπίας (δυσκρασία) οδηγεί στην εκδήλωση διαφόρων νόσων.

Έτσι, η νόσος άρχισε να αποδεσμεύεται από τις θεϊκές δυνάμεις και να αποδίδεται σε φυσικά αίτια, δηλαδή σε παράγοντες που σχετίζονται με το περιβάλλον, την ηλικία, τις καιρικές συνθήκες, τις συνθήκες διαβίωσης, και γενικά τον τρόπο ζωής των ανθρώπων.

Η Επιστημονική Ιατρική με το πέρασμα των χρόνων

Οι πρωιμότερες ελληνικές γραπτές ιατρικές πραγματείες εμφανίζονται μετά τα μέσα του 5ου αι. π.Χ. με τα περίπου 60 έργα που απαρτίζουν τη λεγόμενη Ιπποκρατική Συλλογή, όπου απηχούνται οι απόψεις του Ιπποκράτη και των μαθητών του. Παράλληλα, η Ιπποκρατική Γραμματεία εισάγει έναν κώδικα δεοντολογίας για τους ιατρούς, μια πρώτη προσπάθεια να χαραχτούν οι κανόνες που πρέπει να διέπουν τη συμπεριφορά του ιατρού και την άσκηση της θεραπευτικής τέχνης.

Μία από τις μεθόδους των ιπποκρατικών ιατρών ήταν η πρόγνωσις. Με βάση το ιστορικό του ασθενούς και την κατάστασή του, προσπαθούσαν να προβλέψουν την εξέλιξη της ασθένειας. Η επαλήθευση των προβλέψεων του ιατρού οδηγούσε στο να κερδίσει την εμπιστοσύνη των ασθενών, αλλά και να εδραιώσει τη φήμη του.

Με παρακαταθήκη την ιπποκρατική διδασκαλία, η ιατρική προχώρησε στους επόμενους αιώνες σε νέες κατακτήσεις. Η ελληνιστική περίοδος χαρακτηρίζεται από μεγάλη εξειδίκευση και ανάπτυξη της επιστημονικής έρευνας. Τον 3ο αι. π.Χ., στην πτολεμαϊκή Αλεξάνδρεια, διεξάγονται για πρώτη φορά επιστημονικές ανατομικές έρευνες από τον Ηρόφιλο και τον Ερασίστρατο. Οι ανακαλύψεις τους συνέβαλαν τα μέγιστα στην πρόοδο της ιατρικής γνώσης και, κυρίως, στην εξέλιξη της χειρουργικής.

Στις αρχές του 1ου αι. μ.Χ., ο ρωμαίος εγκυκλοπαιδιστής Κορνήλιος Κέλσος συνέθεσε το οκτάτομο έργο «De medicina» με το οποίο έκανε για πρώτη φορά γνωστά τα επιτεύγματα της ελληνικής ιατρικής στον λατινόφωνο ρωμαϊκό κόσμο. Μέσα στον 1ο αι. μ.Χ., ο Έλληνας στρατιωτικός γιατρός Διοσκουρίδης συνέγραψε το πεντάτομο έργο «Περί ύλης ιατρικής» όπου παρουσιάζονται οι θεραπευτικές ιδιότητες των φυτών αλλά και των ζωικών και ορυκτών προϊόντων. Το έργο του αποτέλεσε τον πρόδρομο της σύγχρονης φαρμακοποιίας.

Η τελική συστηματοποίηση όλου του σώματος των γνώσεων της αρχαίας ελληνικής ιατρικής πραγματοποιείται τον 2ο αι. μ.Χ., όταν εμφανίζεται μια νέα εμβληματική μορφή: ο Γαληνός από την Πέργαμο. Σπούδασε ιατρική στην Αλεξάνδρεια και από το 162 μ.Χ. εγκαταστάθηκε στη Ρώμη όπου, τελικά, διορίστηκε προσωπικός ιατρός τριών αυτοκρατόρων. Υπήρξε πολυγραφότατος και οι θεωρίες του για την ανατομία, τη φυσιολογία και τη νοσολογία επηρέασαν τη δυτική ιατρική για πάνω από 1300 χρόνια.

Ως φανατικός οπαδός του Ιπποκράτη, βασίστηκε στη θεωρία των τεσσάρων χυμών και επεχείρησε να ερμηνεύσει την ανθρώπινη συμπεριφορά αναλόγως του χυμού που υπερίσχυε σε κάθε άνθρωπο. Έτσι, κατέγραψε τέσσερις βασικούς τύπους ανθρώπινης ιδιοσυγκρασίας: τους αιματώδεις, τους φλεγματικούς, τους χολερικούς και, τέλος, τους μελαγχολικούς στους οποίους υπερισχύει η μέλαινα χολή.

Ο Γαληνός προήγαγε τη φαρμακογνωσία και τη φαρμακοποιία με τα πολυσύνθετα φάρμακα που παρασκεύαζε ο ίδιος, τα οποία είναι γνωστά ως «γαληνικά» σκευάσματα.

Ωστόσο, εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, όταν η έλλογη ιατρική είχε πλέον εδραιωθεί, η θεουργική θεραπευτική εξακολουθούσε να προσελκύει πλήθος ασθενών, όπως φαίνεται από τα αναθήματα που συνέχιζαν να αφιερώνονται στα Ασκληπιεία.

Ο λόγος είναι ότι η ιατρική επιστήμη ήταν μπορούσε να προσφέρει βοήθεια, αλλά μέχρις ενός σημείου. Κάποιες φορές αδυνατούσε παντελώς να συμβάλει στη θεραπεία, ενώ συχνά οι γιατροί αρνούνταν να αναλάβουν περιπτώσεις χρόνιων και ανίατων ασθενειών. Επομένως, όσοι έπασχαν από τέτοια νοσήματα, αλλά και όσοι δεν μπορούσαν να αντεπεξέλθουν στα έξοδα ενός γιατρού, αναγκαστικά στρέφονταν στο εναλλακτικό καταφύγιο, στην ανώτερη θεϊκή δύναμη, στην οποία εναπέθεταν τις ελπίδες τους – όπως συμβαίνει και σήμερα όταν η επιστήμη ... σηκώνει τα χέρια ψηλά.

Landscape view is not supported.
Please rotate your device to portrait view.