ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ

ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ & ΘΑΝΑΤΟΣ

Οι αθλητικοί αγώνες αποτέλεσαν έναν από τους πιο ενδιαφέροντες και πολυσύνθετους θεσμούς στην αρχαία Ελλάδα. Η σύγχρονη έρευνα δεν έχει λύσει ακόμα το πρόβλημα των ιστορικών απαρχών τους. Παραδίδονται πολλοί αρχαίοι μύθοι για τη δημιουργία τους από θεούς και ήρωες, γεγονός που υποδηλώνει ότι και για τους αρχαίους Έλληνες η καταγωγή τους ήταν μάλλον ασαφής.

Οι ρίζες του ελληνικού αθλητισμού μπορούν να αναζητηθούν στην Εποχή του Χαλκού. Οι πρώτες δραστηριότητες που πιθανώς συνδέονται με την έννοια της αθλητικής άμιλλας είναι τα περίφημα «ταυροκαθάψια», καθώς και σκηνές πυγμαχίας και πάλης που συναντούμε σε τοιχογραφίες, σφραγιδόλιθους και λίθινα αγγεία της μινωικής Κρήτης και της Θήρας. Όσον αφορά στη μυκηναϊκή Ελλάδα, οι αρχαιολογικές ενδείξεις για την τέλεση αγώνων είναι ελάχιστες. Ωστόσο, οι περιγραφές «άθλων» και παιχνιδιών που συναντούμε στα ομηρικά έπη θεωρείται ότι αντικατοπτρίζουν μυκηναϊκές παραδόσεις. Η πρώτη πραγματική περιγραφή αγώνων απαντά στην Ιλιάδα (Ψ 256 – Ω 6) και αφορά στα «επιτάφια άθλα» που οργάνωσε ο Αχιλλέας προς τιμήν του νεκρού Πατρόκλου. Αλλά και στην Οδύσσεια (θ 97-253), ο βασιλιάς των Φαιάκων Αλκίνοος οργανώνει αγώνες προς τιμήν του Οδυσσέα. Και στις δύο περιγραφές, το λεξιλόγιο που χρησιμοποιείται είναι πλούσιο και λεπτομερές, στοιχείο που ενδεχομένως υποδηλώνει μια μακρά παράδοση αγώνων στον μυκηναϊκό κόσμο.


Θρησκεία, ιερά και αθλητικοί αγώνες

Στους ιστορικούς χρόνους οι αγώνες διεξάγονταν πάντα στο πλαίσιο μεγάλων θρησκευτικών εορτών. Τα στάδια ήταν άμεσα συνδεδεμένα με τα ιερά και οι αγώνες αποτελούσαν ένα είδος προσφοράς στους θεούς. Για τους περισσότερους αγώνες υπήρχαν ιδρυτικοί μύθοι που τους συνέδεαν με κάποιον τοπικό ήρωα ή τον οικιστή της πόλης, με τον καιρό όμως όλοι συνδέθηκαν με το όνομα κάποιου ολύμπιου θεού. Μεταξύ των πολυάριθμών αγώνων της αρχαιότητας, τέσσερις ήταν εκείνοι που απέκτησαν πανελλήνιο κύρος: τα Ολύμπια, που διεξάγονταν κάθε τέσσερα χρόνια στην Αρχαία Ολυμπία προς τιμήν του Διός, τα Πύθια, που διεξάγονταν επίσης κάθε τέσσερα χρόνια στους Δελφούς προς τιμήν του Απόλλωνα, τα Ίσθμια, κάθε δύο χρόνια στο Ιερό του Ποσειδώνα στην Ισθμία, και τα Νέμεα, επίσης κάθε δύο χρόνια στο Ιερό του Διός στη Νεμέα. Οι πανελλήνιοι αγώνες συνέβαλαν αποφασιστικά στη διαμόρφωση μιας κοινής πολιτισμικής, θρησκευτικής, πολιτικής και ενδεχομένως εθνικής ταυτότητας μεταξύ των κατοίκων των ελληνικών πόλεων.

Τα Ολύμπια φαίνεται ότι ήταν οι αρχαιότεροι αγώνες αφού η παράδοση τοποθετεί την έναρξή τους στο 776 π.Χ. Αρχικά είχαν τοπικό χαρακτήρα, αλλά βαθμιαία άρχισαν να προσελκύουν και κατοίκους γειτονικών περιοχών, ώσπου τελικά καθιερώθηκαν ως ο σπουδαιότερος αθλητικός θεσμός του αρχαίου κόσμου, που διήρκεσε χωρίς διακοπή από το 776 π.Χ. έως το 393/4 μ.Χ. Η σημασία των Ολυμπιακών Αγώνων μαρτυρείται τόσο από το γεγονός ότι κατά τη διάρκειά τους διακόπτονταν οι πολεμικές δραστηριότητες (ολυμπιακή εκεχειρία) όσο και από το ότι οι Ολυμπιάδες (τα διαστήματα μεταξύ δύο Ολυμπιακών αγώνων) χρησίμευαν και ως επίσημη μέθοδος μέτρησης του χρόνου (π.χ. «το δεύτερο έτος της 10ης Ολυμπιάδας»).

Οι άλλοι τρεις πανελλήνιοι αγώνες ήταν μάλλον μεταγενέστεροι και πάντως δεν απέκτησαν πανελλήνιο κύρος μέχρι τις αρχές του 6ου αι. π.Χ. Και οι τέσσερις αγώνες μαζί αποτελούσαν μια περίοδο και αποτελούσε ιδιαίτερη τιμή για έναν αθλητή να αναδειχθεί νικητής σε όλους (περιοδονίκης).

Μεταξύ των πολυάριθμων τοπικών αγώνων, οι γνωστότεροι ήταν οι Παναθηναϊκοί, που ελάμβαναν χώρα στην Αθήνα στη γιορτή των Παναθηναίων, χωρίς όμως να αποκτήσουν ποτέ πανελλήνιο κύρος. Γενικότερα οι αρχαίοι χώριζαν τους αγώνες σε «στεφανίτες» ή «ιερούς», στους οποίους οι νικητές έπαιρναν ως έπαθλο μόνον ένα στεφάνι, και σε «θεματικούς» ή «χρηματίτες», συνήθως τοπικούς αγώνες στους οποίους τα έπαθλα ήταν υλικά. Οι τέσσερις πανελλήνιοι αγώνες ήταν «στεφανίτες» ενώ οι Παναθηναϊκοί «χρηματίτες».

Θεωρητικά στους αγώνες μπορούσε να πάρει μέρος κάθε πολίτης ανεξάρτητα από την κοινωνική και οικονομική του κατάσταση. Στην πραγματικότητα, βέβαια, ο χρόνος που απαιτούνταν για εξάσκηση, ο εξοπλισμός και τα πολυδάπανα ταξίδια έκαναν τον αθλητισμό μια δραστηριότητα ουσιαστικά της αριστοκρατίας, ιδιαίτερα στα ιππικά αθλήματα, που απαιτούσαν την κατοχή και εκγύμναση αλόγων. Η συμμετοχή αλλά και η παρακολούθηση των αγώνων ήταν αποκλειστικά αντρικό προνόμιο – οι γυναίκες, και κυρίως οι έγγαμες, απαγορεύονταν αυστηρά. Γνωρίζουμε, βέβαια, ότι στην Ολυμπία διοργανώνονταν κάθε τέσσερα χρόνια τα Ηραία, που ήταν αγώνες αποκλειστικά για γυναίκες, και δεν αποκλείεται κάτι ανάλογο να συνέβαινε και σε άλλα ιερά. Γενικά, όμως, ο αθλητισμός ήταν μια ανδρική υπόθεση.

Η σημασία της νίκης ενός αθλητή στους αγώνες, κυρίως στους πανελλήνιους, ήταν τεράστια: κέρδιζε τον θαυμασμό εχθρών και φίλων, ενώ οι συμπολίτες του τού επεφύλασσαν θερμή υποδοχή και συχνά κατεδάφιζαν τμήμα του τείχους της πόλης προς τιμήν του. Κατά την ελληνιστική περίοδο, μάλιστα, υπήρξαν περιπτώσεις ολυμπιονικών που αφηρωίστηκαν, λατρεύτηκαν δηλαδή ως ήρωες μετά θάνατον. Δεν έλειπαν, πάντως, και τα οικονομικά προνόμια, ενώ συχνά η νίκη στους αγώνες έπαιρνε και πολιτική χροιά, καθώς ήταν το πρώτο βήμα για την εκπλήρωση προσωπικών φιλοδοξιών.


Τα αγωνίσματα και οι χώροι άθλησης

Τα αγωνίσματα στην αρχαιότητα ήταν:
δρόμος (αγώνες ταχύτητας: στάδιον, δίαυλος, οπλιτοδρομία - αγώνας αντοχής: δόλιχος)
πένταθλο (άλμα, δίσκος, ακόντιο, δρόμος, πάλη)
βαρέα άθλα (πάλη, πυγμή, παγκράτιον)
ιππικά αγωνίσματα (αρματοδρομίες και ιπποδρομίες).

Οι αθλητικοί χώροι που λειτουργούσαν ήταν το Στάδιο, το Γυμνάσιο και ο Ιππόδρομος, τους οποίους συναντάμε όχι μόνον στα μεγάλα ιερά αλλά και στις περισσότερες ελληνικές πόλεις. Από αυτούς ο σημαντικότερος ήταν το Γυμνάσιο. Εκεί ελάμβανε χώρα η εκγύμναση των αθλητών αλλά και η προετοιμασία των εφήβων για τη στρατιωτική τους θητεία. Αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα κάθε ελληνικής πόλης και γρήγορα εξελίχθηκε σε χώρο γενικότερης μόρφωσης και καλλιέργειας πνευματικών και ηθικών αξιών, όπου συγκεντρώνονταν καλλιτέχνες, φιλόσοφοι και ρήτορες. Στα Γυμνάσια, οι νέοι ασκούσαν το σώμα και σφυρηλατούσαν το πνεύμα τους με σκοπό να γίνουν πολίτες ικανοί να συμμετάσχουν στα κοινά και να υπερασπιστούν την πατρίδα τους. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι τα τρία δημόσια γυμνάσια των Αθηνών εξελίχθηκαν σε κέντρα των σημαντικότερων φιλοσοφικών σχολών της κλασικής περιόδου: η Ακαδημία του Πλάτωνα, το Λύκειο του Αριστοτέλη και το Κυνόσαργες του Αντισθένη.

Οι αθλητικοί αγώνες εκτός από σημαντικότατος κοινωνικός θεσμός ήταν και μια πραγματική πηγή καλλιτεχνικής δημιουργίας. Μερικά από τα αριστουργήματα της αρχαίας ελληνικής πλαστικής και μεταλλουργίας (όπως π.χ. ο περίφημος Ηνίοχος των Δελφών) αποτελούν αναθήματα νικητών στα αντίστοιχα ιερά, ενώ δεν θα πρέπει να παραβλέπουμε τις αναρίθμητες αθλητικές σκηνές που κοσμούν μελανόμορφα και ερυθρόμορφα αγγεία και, βέβαια, την ποίηση που αναπτύχθηκε σε σχέση με τους αγώνες, με κυριότερους εκπροσώπους το Βακχυλίδη, το Σιμωνίδη και τον Πίνδαρο.

Οι τελετουργίες που σχετίζονται με την ταφή του νεκρού θεωρούνται πολύ σημαντικές για όλες τις κοινωνίες, ιδιαίτερα στην αρχαιότητα. Στην αρχαία Ελλάδα υπήρχαν ορισμένες απαραίτητες ενέργειες που έπρεπε να γίνουν για τον νεκρό οι οποίες καθορίζονταν από το εθιμικό δίκαιο ή και από ειδικούς νόμους της κάθε πόλης-κράτους. Το σύνολο αυτών των υποχρεώσεων των ζώντων έναντι του νεκρού συνιστούν τα νομιζόμενα ή τα εἰωθότα.


Η κηδεία

Το ταφικό τελετουργικό, η κηδεία (από το ρήμα κήδομαι που σημαίνει φροντίζω), περιλαμβάνει τρία βασικά στάδια που απαντούν σε όλη τη διάρκεια των ιστορικών χρόνων και μας είναι γνωστά από την περιγραφή της ταφής του Πατρόκλου στην Ιλιάδα: την πρόθεση, την εκφορά, και τον ενταφιασμό.

Η πρόθεσις, δηλαδή η έκθεση του νεκρού σε αυτό που θα λέγαμε «προσκύνημα», γινόταν μέσα στο σπίτι του και διαρκούσε μία ημέρα. Ο νεκρός τοποθετούνταν πάνω σε μια κλίνη, το λέχος, με τα πόδια προς την πόρτα του σπιτιού και με το κεφάλι ξεσκέπαστο να ακουμπά σε μαξιλάρι. Οι γυναίκες έχουν ιδιαίτερο ρόλο σε όλη την προετοιμασία του νεκρού και γενικά στο τελετουργικό του θανάτου: εκείνες πλένουν, ντύνουν και στολίζουν τον νεκρό, διαδικασία που συντελεί στον καθαρμό του. Οι επισκέπτες που ερχόταν στο προσκύνημα του νεκρού εάν ήταν άνδρες δεν πλησίαζαν κοντά στην κλίνη όπως οι γυναίκες. Το πτώμα θεωρείτο πηγή μιάσματος έτσι οι συγγενείς του νεκρού και όλοι όσοι μετείχαν στην κηδεία και ερχόταν έτσι σε επαφή με το νεκρό σώμα ήταν φορείς μιάσματος και έπρεπε να καθαρθούν με τελετουργίες.

Ο θρήνος για τον νεκρό ήταν ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της τελετουργίας. Η εικονογραφία παρουσιάζει τις θρηνωδούς με τα δύο χέρια να υψώνονται στο κεφάλι σε αυτό που έχει ονομαστεί «παραδοσιακή γυναικεία χειρονομία θρήνου» με αφρόντιστα, λυμένα ή κομμένα μαλλιά, δείγμα της οδύνης.

Η εκφορά, δηλαδή η τελετουργική μεταφορά του νεκρού από τον χώρο της πρόθεσης στον χώρο της ταφής, γινόταν την τρίτη ημέρα του θανάτου· ο νεκρός μεταφέρεται τοποθετημένος σε κλίνη πάνω σε άμαξα και τον ακολουθεί πομπή. Η μεταφορά της κλίνης γινόταν και στα χέρια από τους λεγόμενους κλιμακοφόρους ή νεκροφόρους. Σύμφωνα με τη σολώνεια νομοθεσία, η πομπή προς το νεκροταφείο έπρεπε να ακολουθεί μη κεντρικές οδούς, να είναι ήσυχη και να βγαίνει έξω από την πόλη πριν την ανατολή του ήλιου. Κατά την εκφορά οι άντρες προηγούνταν και οι γυναίκες ακολουθούσαν ενώ περιορισμοί υπήρχαν ακόμη και στα ενδύματα που έπρεπε να φορούν οι γυναίκες που συμμετείχαν στην πομπή. Η διαδικασία της εκφοράς, όπως και κάθε άλλης πομπής, είχε ως στόχο τη δημοσιοποίηση του γεγονότος στην κοινότητα αλλά ταυτόχρονα και την τελετουργική συνοδεία του νεκρού στο τελευταίο του ταξίδι.

Η στιγμή του ενταφιασμού είναι σπανιότατη στην εικονογραφία. Ανάλογα με την περιοχή και την εποχή, ο νεκρός μπορεί να ενταφιάζονταν ή να προηγούνταν καύση της σορού και στη συνέχεια ενταφιασμός των οστών και της τέφρας του. Οι διαφορετικές ταφικές πρακτικές έχουν ως αποτέλεσμα την ανακάλυψη ποικίλων τύπων τάφων σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια.

Μολονότι οι πληροφορίες που διαθέτουμε για τη στιγμή της ταφής είναι ελάχιστες, γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι μετά το σκέπασμα του τάφου ακολουθούσαν χοές για τον νεκρό και τους θεούς του Κάτω Κόσμου και μπορούμε να υποθέσουμε ότι θα εκφέρονταν κάποια λόγια ή κάποιου είδους προσευχή. Οι χοές γίνονταν απευθείας επάνω στον τάφο ή μέσω αγγείων που είχαν κατασκευαστεί για αυτήν ακριβώς τη λειτουργία όπως προδίδουν οι οπές που είχαν κατασκευαστεί στον πυθμένα τους.

Η μεγάλη σημασία της ταφής αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι η άρνησή της συνιστούσε μέγιστη τιμωρία για έναν νεκρό. Ωστόσο, σε περιπτώσεις έκτατης ανάγκης οι νεκροί θάβονταν έξω από το πλαίσιο των επιταγών των ταφικών εθίμων· βιαστικά και χωρίς καμία φροντίδα ετάφησαν οι νεκροί από τον λοιμό της Αθήνας κατά τον πελοποννησιακό πόλεμο, όπως μαρτυρεί ο Θουκυδίδης και αποκαλύπτεται και αρχαιολογικά.


Ο τάφος και το σήμα του

Από τον 10ο αι. π.Χ. και σε όλη τη γεωμετρική περίοδο πραγματοποιείται ο διαχωρισμός του οικισμού από τον χώρο της νεκρόπολης που φαίνεται τελικά να ολοκληρώνεται στις περισσότερες ελληνικές πόλεις στη διάρκεια του 6ου αιώνα π.Χ. Η ίδρυση νεκροταφείων εκτός των οικισμών εξυπηρετούσε ανάγκες υγιεινής αλλά και την αποτροπή του μιάσματος, καθώς επίσης και ανάγκες πρακτικές αφού η ανάπτυξη των οικισμών απαιτούσε χώρο για οικίες, δημόσια κτίρια και ιερά. Στα νεκροταφεία των αρχαίων ελληνικών πόλεων μπορούσε κανείς να δει διαφορετικών ειδών τάφους ανάλογα με την εποχή, την περιοχή, την πόλη και την οικονομική επιφάνεια του νεκρού και της οικογένειάς του.

Αυτές οι διαφορές εντοπίζονται και στο ταφικό μνημείο που επέστεφε τον τάφο, μολονότι ένα κοινό στοιχείο μπορεί να ανιχνευθεί σε όλες τις ταφές: το σήμα που σήμαινε, δηλαδή δήλωνε την παρουσία του τάφου, και που για ορισμένους μελετητές συνιστά και «υποκατάστατο» του νεκρού. Από τα πλέον γνωστά σήματα της αρχαιότητας είναι οι Κούροι και οι Κόρες, ελεύθερα γλυπτά της αρχαϊκής τέχνης που εικονίζουν άνδρες και γυναίκες σε νεαρή ηλικία. Μυθικά πλάσματα ως σήματα ή ως τμήματα ταφικών μνημείων ήταν συνήθως η σφίγγα και η Γοργώ, που είχαν αποτροπαϊκό χαρακτήρα. Ζώα, όπως το λιοντάρι ήταν επίσης συνήθη και συνιστούσαν και τον φύλακα του τάφου, ενώ δεν λείπουν τα ανάγλυφα ή ελεύθερα γλυπτά με μορφή γάτας ή σκύλου που σημαίνουν τάφους αγαπημένων κατοικίδιων ή συντρόφων στο κυνήγι.

Η πιο διαδεδομένη, ωστόσο, μορφή σήματος είναι η στήλη που εμφανίζεται από τους μυκηναϊκούς χρόνους και αλλάζει μορφές, τύπο διακόσμησης και μέγεθος, ανάλογα με την εποχή. Το λίθινο σήμα με τη μορφή αγγείου –λουτροφόρου, δίνου ή ληκύθου– με ανάγλυφες παραστάσεις, εμφανίζεται για πρώτη φορά στα νεκροταφεία των κλασικών χρόνων. Η λουτροφόρος συνήθως τοποθετείται ως σήμα τάφου άγαμου νεκρού, καθώς το αγγείο αυτό χρησιμοποιούνταν για τη μεταφορά του νερού για το λουτρό πριν το γάμο αλλά και για το νεκρικό λουτρό.
Ανεξάρτητα από τη μορφή και τη διακόσμηση που μπορεί να είχε το ταφικό σήμα, συνοδεύεται μερικές φορές από κάποιο χαραγμένο επίγραμμα –που υμνεί τον νεκρό και απευθύνεται στους περαστικούς ή τους επισκέπτες– και το όνομα του νεκρού.

Το ταφικό μνημείο και το σήμα του είναι τα μόνα υπέργεια και άρα ορατά στοιχεία ενός τάφου. Το γεγονός αυτό οδήγησε συχνά σε υπερβολές τους παραγγελιοδότες, ιδιαίτερα τους πλούσιους, που έστηναν για τους νεκρούς τους μεγάλα και πολυτελή μνημεία συχνά με πολλά ελεύθερα γλυπτά. Στην Αθήνα υπήρξαν δύο περιπτώσεις που η πολιτεία προσπάθησε να μειώσει την επιδεικτικότητα των ταφικών μνημείων με ειδικές νομοθεσίες που όριζαν πολύ αυστηρά το χρηματικό όριο και τις εργατοώρες που μπορούσαν να δαπανηθούν για την κατασκευή και τη διακόσμησή τους· του Σόλωνα, ή κατ’ άλλους του Κλεισθένη, τον 6ο αιώνα π.Χ., και του Δημητρίου Φαληρέα το 317 π.Χ.

Επιλεγμένη βιβλιογραφία

Αθλητισμός

• Αλεξανδρή Ο. (επιμ.) 1992: Το Πνεύμα και το Σώμα. Οι Αθλητικοί Αγώνες στην Αρχαία Ελλάδα (Αθήνα)

• Βαλαβάνης Π. 1996: Άθλα, Αθλητές και Έπαθλα (Αθήνα)

• Βαλαβάνης Π. 2004: Αγώνες και ιερά στην αρχαία Ελλάδα. Ολυμπία, Δελφοί, Ισθμία, Νεμέα, Αθήνα (Αθήνα)

• Καλτσάς Ν. (επιμ.) 2004: Αγών. Κατάλογος Έκθεσης (Αθήνα)

• Σταμπολίδης Ν. – Τασούλας Γ. 2004: Ολυμπιονίκες της Αρχαιότητας (Αθήνα)

• Decker W. 1995: Sport in der griechischen Antike: Von minoischen Wettkampf bis zu den Olympischen Spielen (Munich)

• Golden M. 1998: Sport and Society in Ancient Greece (Cambridge)

• Herrmann J.J. Jr.– Kondoleon Chr. 2004: Games for the Gods. The Greek Athlete and the Olympic Spirit (Boston)

• Miller S.G. 2004: Ancient Greek Athletics (Yale)

• Phillips D. – Pritchard D. (επιμ.) 2003: Sport and Festival in the Ancient Greek World (Swansea)

Θάνατος

• Καλτσάς Ν. – Shapiro Α. (επιμ.) 2009: Γυναικών λατρείες. Τελετουργίες και καθημερινότητα στην κλασική Αθήνα (Αθήνα)

• Παρλαμά Λ. – Σταμπολίδης Ν.Χρ. (επιμ.) 2000: Η πόλη κάτω από την πόλη. Ευρήματα από τις ανασκαφές του Μητροπολιτικού Σιδηροδρόμου Αθηνών (Αθήνα)

• Σημαντώνη-Μπουρνιά Ε. 1988: Αττικά κλασσικά επιτύμβια ανάγλυφα (Αθήνα)

• Σισμανίδης Κ. 1997: Κλίνες και κλινοειδείς κατασκευές των Μακεδονικών τάφων (Αθήνα)

• Ahlberg G. 1971: Prothesis and Ekphora in Greek Geometric Art. SIMA 32I (Göteborg)

• Andronikos M. 1968: Totenkult. Archaeologia Homerica, vol. 3 (Göttingen)

• Bremmer J. N. 1983: The early Greek concept of the soul (Princeton)

• Clairmont C. W. 1993: Classical Attic Tombstones (Kilchberg)

• Garland R. 2001: The Greek Way of Death (Ithaca & New York)

• Kurtz D. C. – Boardman J. 1994: Έθιμα ταφής στον αρχαίο Ελληνικό κόσμο (Αθήνα)

• Oakley J. H. 2004: Picturing Death in Classical Athens. The Evidence of the White Lekythoi (Cambridge)

• Parker R. 1983: Miasma. Pollution and Purification in ancient Greek religion (Oxford)

• Vermeule E. 1979: Aspects of Death in Early Greek Art and Poetry. Sather Classical Lectures 46 (Berkeley & London)

Landscape view is not supported.
Please rotate your device to portrait view.