ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ

ΑΡΧΑΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ

Από το 2000 π.Χ. έως το 330 μ.Χ.

Μέση και Ύστερη Εποχή του Χαλκού (2000-1100 π.Χ.)

Κατά τη διάρκεια της 2ης χιλιετίας π.Χ. άκμασαν στο Αιγαίο δύο λαμπροί πολιτισμοί, ο Μινωικός με κοιτίδα την Κρήτη και ο Μυκηναϊκός με κοιτίδα την Πελοπόννησο. Για πρώτη φορά στον ελλαδικό χώρο έκανε την εμφάνισή της η μνημειακή αρχιτεκτονική ενώ αναπτύχθηκαν σε εντυπωσιακό βαθμό τέχνες όπως η ζωγραφική, η κοσμηματοτεχνία, η σφραγιδογλυφία, η κατεργασία ημιπολύτιμων λίθων, ελεφαντοστού και φαγεντιανής και η διακοσμημένη κεραμική. Ταυτόχρονα δημιουργήθηκαν εκτεταμένα δίκτυα εμπορικών επαφών και υιοθετήθηκε η γραφή για διοικητικές ανάγκες, πρώτα με τη μορφή της αινιγματικής Γραμμικής Α στην Κρήτη και, στη συνέχεια, της Γραμμικής Β –για την γραφή μιας πρώιμης μορφής της ελληνικής γλώσσας– στην ηπειρωτική Ελλάδα και την Κρήτη.

Η μεγάλη οικονομική και καλλιτεχνική ανάπτυξη των δύο πολιτισμών βασίστηκε στην εξαιρετική διοικητική οργάνωση και τη λειτουργία των ανακτόρων, μεγάλων κτιριακών εγκαταστάσεων συγκεκριμένου αρχιτεκτονικού τύπου, με άφθονους αποθηκευτικούς χώρους, εργαστήρια, ιερά, υπαίθριους χώρους συναθροίσεων και χώρους διαμονής των βασιλέων. Το ανάκτορο αποτέλεσε το βασικό κύτταρο και το πανίσχυρο κέντρο εξουσίας και ελέγχου για τις προϊστορικές κοινωνίες του Αιγαίου.

Τα πρώτα μινωικά ανάκτορα χτίστηκαν στην Κρήτη (Κνωσός, Φαιστός, Μάλια, Ζάκρος) κατά τη διάρκεια του 20ού αι. π.Χ., και ήταν οργανωμένα γύρω από μια κεντρική αυλή στα πρότυπα συριακών αντιστοίχων (Μάρι, Έμπλα). Καταστράφηκαν, όμως, από σεισμούς γύρω στο 1700 π.Χ. και ανοικοδομήθηκαν με μικρές αλλαγές στο σχέδιό τους. Η περίοδος των «Νέων Ανακτόρων» ήταν η περίοδος της μέγιστης ακμής του Μινωικού πολιτισμού: οι βασιλικές εγκαταστάσεις έσφυζαν από πλούτο και υψηλή τέχνη, τα κρητικά προϊόντα έφθαναν στα λιμάνια της ανατολικής Μεσογείου ενώ στο Αιγαίο η επίδραση της μινωικής τέχνης και της θρησκείας ήταν τόσο έντονη ώστε πολλοί μελετητές να μιλούν για «μινωική θαλασσοκρατορία».

Ωστόσο, ένα αναπάντεχο γεγονός, η βιβλική έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας, γύρω στο 1550 π.Χ. ή και πρωιμότερα, κατάφερε καταστροφικά και ανεπανόρθωτα πλήγματα στον Μινωικό πολιτισμό. Το κενό που δημιουργήθηκε ανέλαβαν να πληρώσουν οι φορείς ενός συγγενούς πολιτισμού που είχε αρχίσει να αναπτύσσεται στην ηπειρωτική Ελλάδα και ο οποίος ονομάστηκε Μυκηναϊκός από τις «πολύχρυσες Μυκήνες» των ομηρικών επών, που ανέσκαψε τη δεκαετία του 1870 ο H. Schliemann.

Οι Μυκηναίοι, όπως αποκαλούνται οι φορείς αυτού του πολιτισμού, ήταν γνωστοί ήδη από τον 17ο αι. π.Χ. για τις πολυτελείς ταφές με τα αμύθητα πλούτη στους Ταφικούς Κύκλους των Μυκηνών και, λίγο αργότερα, στους επιβλητικούς θολωτούς τάφους της Αργολίδας και της Μεσσηνίας. Οι σχέσεις τους με την Κρήτη ήταν στενές και η τέχνη τους άμεσα επηρεασμένη από τη μινωική. Μετά την καταστροφή των μινωικών ανακτόρων, άρχισαν να κατασκευάζουν κι αυτοί ανάλογα διοικητικά κέντρα στις Μυκήνες, την Τίρυνθα, την Πύλο, τη Θήβα και αλλού, προστατευμένα όμως τώρα με κυκλώπεια τείχη και σε σχέδια που θύμιζαν έντονα τα παλάτια των Χετταίων στη Μικρά Ασία: πυρήνας τους δεν ήταν πλέον μια κεντρική αυλή αλλά ένα μέγαρο. Οι Μυκηναίοι, που φαίνεται ότι κατέλαβαν την Κνωσό γύρω στο 1450 π.Χ., συνέχισαν την κρητική παράδοση, επεκτείνοντας την πολιτιστική και εμπορική επιρροή τους στην ανατολική Μεσόγειο αλλά και την ιταλική χερσόνησο κατά τη διάρκεια του 14ου και 13ου αι. π.Χ.

Εκτεταμένες αναταραχές και πληθυσμιακές μετακινήσεις στην ευρύτερη λεκάνη της ανατολικής Μεσογείου στα τέλη του 13ου-αρχές του 12ου αιώνα οδήγησαν σε κατάρρευση των ανακτορικών κοινωνιών όχι μόνον του Αιγαίου αλλά και της Εγγύς Ανατολής, φέρνοντας στο τέλος της στην λαμπρή Ύστερη Εποχή του Χαλκού. Στο Αιγαίο, ωστόσο, ορισμένα στοιχεία του μυκηναϊκού και μινωικού πολιτισμού θα επιβιώσουν για έναν ακόμη αιώνα, δηλαδή περίπου έως το 1100 π.Χ.

Σκοτεινοί Χρόνοι / Πρωτογεωμετρική Περίοδος (11ος-10ος αι. π.Χ.)

Η κατάρρευση του μυκηναϊκού κόσμου σήμανε την αρχή μιας περιόδου αβεβαιότητας και αλλαγών στον χώρο του Αιγαίου. Πολλές δεξιότητες φαίνεται ότι χάθηκαν, ανάμεσά τους η γραφή, η ζωγραφική, η λιθοτεχνία και η μνημειακή αρχιτεκτονική, ενώ σημειώθηκαν ριζικές αλλαγές και στον τομέα των ταφικών εθίμων με την εμφάνιση της καύσης των νεκρών. Αρχαιολογικά ευρήματα και φιλολογικές μαρτυρίες τοποθετούν στους πρώτους αιώνες της περιόδου αυτής μετακινήσεις πληθυσμιακών ομάδων, ανάμεσά τους και την περίφημη «κάθοδο των Δωριέων», στην κεντρική Ελλάδα και την Πελοπόννησο. Αναμφίβολα, ρόλο σε αυτές τις εξελίξεις έπαιξαν οι αλλαγές που επέφερε στην πολεμική τακτική η χρήση του σιδήρου για την κατασκευή όπλων.

Μολονότι πρόσφατες έρευνες έχουν αρχίσει να ανατρέπουν την εντύπωση των λεγόμενων «Σκοτεινών Χρόνων», η γενική εικόνα της περιόδου, ιδιαίτερα κατά τον 11o και εν μέρει τον 10ο αι. π.Χ. (δηλαδή κατά τη λεγόμενη "Πρωτογεωμετρική περίοδο"), είναι μια εικόνα ένδειας, με λιγοστές εμπορικές επαφές και καλλιτεχνική έκφραση που περιορίζεται στο επίπεδο της αυστηρά γεωμετρικής διακόσμησης των αγγείων, της ειδωλοπλαστικής σε πηλό και της κατασκευής μικρών χάλκινων ειδωλίων και σπανιότερα χρυσών κοσμημάτων. Ωστόσο, είναι σε αυτήν ακριβώς την περίοδο που λαμβάνουν χώρα εξελίξεις κομβικής σημασίας για τη μετέπειτα ελληνική ιστορία, όπως η παγίωση της φυλετικής σύνθεσης του πληθυσμού στον αιγαιακό χώρο, ο Α΄ αποικισμός των νησιών και των ακτών της Μικράς Ασίας, η εμφάνιση του πολιτικού σχηματισμού της πόλης και η ίδρυση των πρώτων μεγάλων υπαίθριων ιερών.

Γεωμετρική περίοδος (9ος-8ος αι. π.Χ.)

Από τον 9ο αι. π.Χ. αρχίζουν να βελτιώνονται οι συνθήκες ζωής και να αυξάνεται ο πληθυσμός. Η τέχνη αναπτύσσεται με γοργότερους ρυθμούς, ενώ αρχίζουν να χρησιμοποιούνται ξανά οι παλιοί θαλάσσιοι δρόμοι επικοινωνίας. Ευβοείς και Κυκλαδίτες αρχικά, Αθηναίοι, Αργείτες, Ρόδιοι και Κορίνθιοι στη συνέχεια, δραστηριοποιούνται εμπορικά στο Αιγαίο και την Κύπρο, ενώ την ίδια περίοδο Κύπριοι και Φοίνικες έμποροι φέρνουν τα προϊόντα τους στα αιγαιοπελαγίτικα λιμάνια και την Κρήτη. Οι επαφές αυτές δημιουργούν τις προϋποθέσεις για την υιοθέτηση του φοινικικού αλφαβήτου στην Ελλάδα, εξέλιξη που τοποθετείται το αργότερο γύρω στο 800 π.Χ., αφού οι πρωιμότερες επιγραφές σε ελληνικό αλφάβητο χρονολογούνται γύρω στο 780-770 π.Χ. Λίγο αργότερα, πιθανότατα στις αρχές του 7ου αι. π.Χ., καταγράφονται για πρώτη φορά και τα ομηρικά έπη.

Τις πρώτες δεκαετίες του 8ου αι. π.Χ. συμβαίνουν δύο ακόμη γεγονότα μείζονος ιστορικής σημασίας: η έναρξη του Β' αποικισμού της Δύσης (Πιθηκούσσες, Κεντρική και Κάτω Ιταλία, Σικελία), που έμελλε να διευρύνει τους ορίζοντες του ελληνικού κόσμου και πάλι πέρα από τα όρια του Αιγαίου και η έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων το 776 π.Χ., που σηματοδοτεί τη μετεξέλιξη των μεγάλων υπαίθριων ιερών σε θρησκευτικά, αλλά και πολιτικά κέντρα πανελλήνιας εμβέλειας.

Αρχαϊκή Περίοδος (700-480 π.Χ.)

Η Αρχαϊκή περίοδος είναι η περίοδος κατά την οποία αποκρυσταλλώνεται η έννοια της πόλης-κράτους και μεταβάλλονται ριζικά οι κοινωνικοί συσχετισμοί στο εσωτερικό της. Ήδη από τον 7ο αι. π.Χ., με την εμφάνιση της φάλαγγας των οπλιτών, δηλαδή του συντεταγμένου στρατεύματος που πολεμούσε παρατεταγμένο κατά σειρά, τίθεται υπό αμφισβήτηση ένα από τα αποκλειστικά προνόμια (και πηγή εξουσίας) των ευγενών: η άσκηση του πολέμου. Από την άλλη, η ραγδαία ανάπτυξη του ελεύθερου εμπορίου – ιδιαίτερα μετά την κοπή των πρώτων νομισμάτων γύρω στο 600 π.Χ. – και η ολοκλήρωση του αποικισμού, που έφεραν τις ελληνικές πόλεις σε δημιουργική επαφή και εν συνεχεία σε σύγκρουση με άλλες δυνάμεις τις Μεσογείου (τους Ετρούσκους και τους Καρχηδονίους στη Δύση, τους Φοίνικες και τους Πέρσες στην Ανατολή), ενίσχυσε περαιτέρω τη δυναμική υπέρβασης των αριστοκρατικών δομών της κοινωνίας. Αποτέλεσμα της δυναμικής αυτής ήταν οι μεγάλης κλίμακας νομοθετικές ρυθμίσεις της περιόδου (του Λυκούργου στη Σπάρτη, του Δράκοντα και του Σόλωνα στην Αθήνα, του Ζάλευκου και του Χαρώνδα σε πόλεις της Μεγάλης Ελλάδας, κ.ά.) που στόχο είχαν την εξισορρόπηση αντίρροπων δυνάμεων, με βασικό χαρακτηριστικό την παραχώρηση πολιτικών δικαιωμάτων σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα.

Η μετάβαση στη νέα πολιτική πραγματικότητα δεν ήταν πάντα ομαλή και σε πολλές περιπτώσεις συνάντησε τη σθεναρή αντίδραση της αριστοκρατικής τάξης, που συχνά κατά τη διάρκεια του 7ου και του 6ου αι. π.Χ. εκφράστηκε με την εγκαθίδρυση τυραννίδων. Η ανατροπή μιας τέτοιας τυραννίδας στην Αθήνα το 510 π.Χ. προκάλεσε τις μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη, ο οποίος αφαίρεσε την πολιτική εξουσία από τη δικαιοδοσία των ευγενών και την παραχώρησε σε αιρετά σώματα και το «δήμο», ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για την δημοκρατία του 5ου αι. π.Χ.

Η κοινή γλώσσα, η κοινή θρησκεία και οι συγγενείς παραδόσεις δημιούργησαν στους κατοίκους των ελληνικών πόλεων-κρατών –παρά τις μεταξύ τους εντάσεις– μια αίσθηση κοινής ταυτότητας, που ενισχύθηκε με τις πανελλήνιες θρησκευτικές και αθλητικές εορτές. Η έννοια αυτή της ελληνικότητας βρήκε την ιστορική της πραγμάτωση στη διάρκεια των Περσικών πολέμων (490-480/79), όταν οι ελληνικές πόλεις συνασπίστηκαν για να αντιμετωπίσουν τον «βαρβαρικό» κίνδυνο. Μια άλλη συνέπεια των πολέμων αυτών, που σηματοδοτούν το τέλος της αρχαϊκής περιόδου, είναι ότι κατέδειξαν –τουλάχιστον στα μάτια των νικητών– την υπεροχή του ελληνικού συστήματος πολιτικής ελευθερίας έναντι της ανατολικής δεσποτικής εξουσίας, ανοίγοντας τον δρόμο για μια εποχή έντονης πολιτικής δραστηριότητας και πνευματικής ακμής.

Κλασική Περίοδος (480-323 π.Χ.)

Οι Περσικοί πόλεμοι ανέδειξαν μια νέα πολιτική και στρατιωτική δύναμη στον αιγαιακό χώρο, που έμελλε να σφραγίσει με την παρουσία της ολόκληρο τον 5ο αι. π.Χ. Η Αθήνα, εκμεταλλευόμενη το πανελλήνιο κύρος που απέκτησε στον αγώνα εναντίον των Περσών, ανέλαβε κυρίαρχο ρόλο στην Α΄ Αθηναϊκή Συμμαχία, τον ναυτικό συνασπισμό που ιδρύθηκε το 477 π.Χ. με κέντρο το ιερό νησί της Δήλου και στόχο τη συνέχιση των πολεμικών επιχειρήσεων για την αντιμετώπιση του περσικού κινδύνου. Αρχικά, είχε απλώς ηγετική θέση μεταξύ ισότιμων συμμάχων. Όμως από το 454 π.Χ., όταν το συμμαχικό ταμείο μεταφέρθηκε από τη Δήλο στην Αθήνα, ο παλαιός συνασπισμός άρχισε να παίρνει τη μορφή μιας αθηναϊκής ηγεμονίας. Από το σημείο εκείνο και εξής, η Αθήνα απέκτησε τη δυνατότητα να διαχειρίζεται κατά το δοκούν τις προσόδους της συμμαχίας και να επιβάλει την πολιτική της βούληση στους συμμάχους, όχι σπάνια με βίαιες μεθόδους.

Ο πλούτος που απέφερε η οικειοποίηση του συμμαχικού ταμείου αλλά και η εκμετάλλευση των νέων κοιτασμάτων αργύρου, που ανακαλύφθηκαν στο Λαύριο το 483 π.Χ., σε συνδυασμό με τη σύναψη άτυπης ειρήνης με τους Πέρσες το 449 π.Χ. και την εδραίωση του δημοκρατικού πολιτεύματος συνέβαλαν στο να γνωρίσει η Αθήνα μια περίοδο ανεπανάληπτης άνθησης των τεχνών, των γραμμάτων και της φιλοσοφίας, που άφησε ανεξίτηλα σημάδια στην ιστορία του δυτικού πολιτισμού. Η γλυπτική, η ζωγραφική και η τραγική ποίηση έφθασαν σε αξεπέραστα επίπεδα ωριμότητας και δημιουργικής σύνθεσης. Στην αρχιτεκτονική, το οικοδομικό πρόγραμμα του Περικλή έδωσε μερικούς από τους σπουδαιότερους ναούς της αρχαιότητας, με πιο λαμπρό παράδειγμα τον Παρθενώνα. Στη φιλοσοφία, η ελευθερία σκέψης και δράσης που εξασφάλιζε το δημοκρατικό καθεστώς οδήγησε στη διατύπωση προηγμένων πολιτικών θεωριών με κύριους εκφραστές αρχικά το σοφιστικό κίνημα και, αργότερα, τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη.

Ήταν βέβαια αναπόφευκτο ότι, κάποια στιγμή, η τεράστια πολιτική επιρροή της Αθήνας και ο έλεγχος που ασκούσε στο εμπόριο, τόσο με την ανατολική όσο και τη δυτική Μεσόγειο, θα προκαλούσαν την αντίδραση της άλλης μεγάλης δύναμης της εποχής, της Σπάρτης. Μετά από ορισμένες αποτυχημένες προσπάθειες αμφισβήτησης της αθηναϊκής ηγεμονίας τις δεκαετίες του 450 και 440 π.Χ., τελικά το 431 π.Χ. ξέσπασε ο Πελοποννησιακός πόλεμος μεταξύ Αθηναίων και Σπαρτιατών, που τελείωσε το 404 π.Χ. με σπαρτιατική επικράτηση.

Το δημοκρατικό πολίτευμα δεν καταλύθηκε οριστικά, η Αθήνα, όμως, απώλεσε μεγάλο τμήμα της δύναμής της. Το γεγονός αυτό επέτρεψε όχι μόνο στη νικήτρια Σπάρτη αλλά και σε άλλες μεγάλες πόλεις-κράτη, όπως η Κόρινθος και η Θήβα να εμφανιστούν στο πολιτικό προσκήνιο με αξιώσεις. Το πρώτο μισό του 4ου αι. π.Χ. χαρακτηρίζεται από συνεχή ανταγωνισμό ανάμεσα στις πόλεις αυτές για εξουσία και εδαφικές διεκδικήσεις.

Την ίδια στιγμή στη Μακεδονία, απόμακρη περιφέρεια του ελληνικού κόσμου έως τότε, αναπτυσσόταν μια νέα στρατιωτική δύναμη με αρχαϊκότερες πολιτικές δομές, βασισμένες στη μοναρχία. Ο Φίλιππος Β΄, που ανέλαβε τον θρόνο το 359 π.Χ., πέτυχε μέσα σε μια δεκαετία (348-338 π.Χ.) με τις εκστρατείες του να αποκτήσει τον έλεγχο ολόκληρου του ελλαδικού χώρου τερματίζοντας τη μακραίωνη πολιτική ανεξαρτησία των ελληνικών πόλεων-κρατών. Ο διάδοχός του Αλέξανδρος συνέχισε το έργο του στρέφοντας όμως την προσοχή του στην Περσία. Από το 336 π.Χ., οπότε ανέλαβε τον θρόνο, μέχρι τον θάνατό του το 323 π.Χ. κατάφερε να δημιουργήσει μια αχανή αυτοκρατορία με ανεξάντλητους φυσικούς πόρους, που εκτεινόταν από την Μεσόγειο μέχρι το σημερινό Αφγανιστάν. Οι κατακτήσεις αυτές έμελλαν να αλλάξουν αμετάκλητα την ιστορία του αρχαίου κόσμου.

Ελληνιστική Περίοδος (323-31 π.Χ.)

Οι κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου είχαν τεράστιες ιστορικές επιπτώσεις. Εκτός του ότι διέδωσαν τον ελληνικό πολιτισμό μέχρι τα δυτικά όρια της ινδικής χερσονήσου μετέβαλλαν ριζικά και τις πολιτικές δομές που κυριαρχούσαν όχι μόνο στο Αιγαίο αλλά σε ολόκληρη τη λεκάνη της ανατολικής Μεσογείου. Μετά τον θάνατό του, η αχανής αυτοκρατορία διαμοιράστηκε σε τέσσερα μεγάλα βασίλεια: της Αιγύπτου υπό την εξουσία της δυναστείας των Πτολεμαίων, της Συρίας των Σελευκιδών, της Μικράς Ασίας των Ατταλιδών και της Μακεδονίας των Αντιγονιδών. Η επικράτηση της ελληνιστικής μοναρχίας σήμανε την οριστική παρακμή του συστήματος της πόλης-κράτους και μετατόπισε το κέντρο των ιστορικών εξελίξεων πέραν του αιγαιακού χώρου, θέτοντας έτσι τις βάσεις για τη μετέπειτα ενοποίηση του μεσογειακού κόσμου. Οι ανατολικές λατρείες εξαπλώνονται στη Δύση και τις ελληνικές στην Ανατολή και παρατηρείται μια τάση έντονου και γόνιμου συγκρητισμού. Είναι η περίοδος που αρχίζουν να κερδίζουν έδαφος σε ολόκληρο τον ελληνιστικό κόσμο μονοθεϊστικές αντιλήψεις.

Ο συνεχής πολιτικός και στρατιωτικός ανταγωνισμός μεταξύ των ελληνιστικών βασιλείων (κυρίως μεταξύ Συρίας και Αιγύπτου) οδήγησε στη σταδιακή αποδυνάμωσή τους, δίνοντας, έτσι, την ευκαιρία στη Ρώμη, η οποία στις αρχές του 2ου αι. π.Χ. είχε πια αποκτήσει τον πλήρη έλεγχο της δυτικής Μεσογείου, να διεκδικήσει με σοβαρές αξιώσεις μερίδιο εξουσίας και στο ανατολικό της τμήμα. Το 148 π.Χ., η Μακεδονία ανακηρύσσεται ρωμαϊκή επαρχία για να ακολουθήσει, το 146 π.Χ., η κατάκτηση και η ολοκληρωτική καταστροφή της Κορίνθου. Το 133 π.Χ., με διαθήκη του Αττάλου Γ΄, το βασίλειο της Περγάμου περνά κι αυτό στη ρωμαϊκή επικράτεια ως ιδιαίτερη επαρχία. Το 86 π.Χ., ο Ρωμαίος στρατηγός Σύλλας καταλαμβάνει και καταστρέφει την Αθήνα, που είχε εξεγερθεί εναντίον των Ρωμαίων στα πλαίσια του Α΄ Μιθριδατικού πολέμου. Η ρωμαϊκή επικράτηση ολοκληρώνεται το 31 π.Χ. με τη νίκη του Οκταβιανού στη ναυμαχία του Ακτίου και την προσάρτηση της Αιγύπτου, που σηματοδοτεί τη γένεση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Ρωμαϊκή Περίοδος (31 π.Χ. - 330 μ.Χ.)

Η αναγόρευση του Οκταβιανού σε αυτοκράτορα το 27 π.Χ. σηματοδοτεί την έναρξη μιας νέας εποχής όπου Ανατολή και Δύση θα συνυπήρχαν για πρώτη φορά στην ιστορία κάτω από ενιαία και ομοιογενή διοικητική εξουσία. Μέσα στις συνθήκες ασφάλειας που εγγυάτο η Pax Romana, οι δύο πρώτοι αιώνες της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας εξελίχθηκαν σε μια περίοδο οικονομικής ευημερίας, εμπορικής ακμής και έντονων πολιτισμικών αλληλεπιδράσεων για ολόκληρο το μεσογειακό κόσμο.

Η Ελλάδα, λόγω του πλούσιου παρελθόντος της, αποτέλεσε τη σημαντικότερη πνευματική πηγή στη σύνθεση και συγκρότηση του ρωμαϊκού πολιτισμού, παρότι σε πολιτικό επίπεδο βρισκόταν πια μακριά από τα κέντρα αποφάσεων, διαιρεμένη όπως ήταν διοικητικά σε επαρχίες. Την περίοδο αυτή γίνονται σε πολλές ελληνικές πόλεις έργα δημόσιου χαρακτήρα που βελτιώνουν τις αστικές υποδομές (δρόμοι, γέφυρες, υδραγωγεία, λουτρά, θέατρα, ωδεία) και τα ιερά εμπλουτίζονται με λαμπρά αρχιτεκτονήματα. Μερικά από τα σημαντικότερα μνημεία του ελληνικού χώρου, είτε σε τόπους λατρείας είτε σε οικιστικά κέντρα της νότιας Ελλάδας και της Μακεδονίας, ανεγέρθησαν την περίοδο των αυτοκρατόρων Τιβέριου, Τραϊανού και Αδριανού.

Ο 3ος αι. μ.Χ. χαρακτηρίζεται από την προϊούσα αποσταθεροποίηση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας υπό την επίδραση εσωτερικών προβλημάτων (δημογραφικών, κοινωνικών και οικονομικών) αλλά και εξωτερικών πιέσεων στα βόρεια και ανατολικά σύνορα της επικράτειας. Συμβολή στις εξελίξεις αυτές είχε και η σταδιακή εξάπλωση του χριστιανισμού κυρίως στις ανατολικές επαρχίες της αυτοκρατορίας αλλά και στην Ελλάδα, όπου οι χριστιανικές κοινότητες αρχίζουν να εμφανίζονται αμέσως μετά τις περιοδείες του Αποστόλου Παύλου στην Ελλάδα μεταξύ του 49 και του 56 μ.Χ. Οι εξεγέρσεις των χριστιανών, που αρχικά είχαν έντονο κοινωνικό και εθνικό χαρακτήρα, επηρέασαν και την ίδια την πρωτεύουσα Ρώμη, προκαλώντας ανηλεείς διώξεις ήδη από την εποχή του Νέρωνα και, αργότερα, την περίοδο του Δεκίου και του Διοκλητιανού.

Στις αρχές του 4ου αι. μ.Χ., οι εξελίξεις αυτές οδηγούν τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο σε δύο σημαντικές αποφάσεις: πρώτον στην επίσημη αναγνώριση της χριστιανικής θρησκείας το 313 μ.Χ., και δεύτερον στη μεταφορά της πρωτεύουσας της αυτοκρατορίας στη θέση της αρχαίας μεγαρικής αποικίας Βυζαντίου στις ακτές του Βοσπόρου το 330 μ.Χ., η οποία πήρε και το όνομά του (Κωνσταντινούπολη). Η αλλαγή αυτή σήμανε την αυγή μιας νέας εποχής, όπου κυρίαρχο ρόλο θα διαδραμάτιζε η προσπάθεια σύζευξης του ελληνορωμαϊκού παρελθόντος με το χριστιανικό παρόν. Το 393/4 μ.Χ., ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος Β΄ απαγόρευσε με διάταγμα τις παγανιστικές λατρείες, οδηγώντας στην παρακμή των αρχαίων ιερών. Το 395 μ.Χ., μετά το θάνατό του, η ρωμαϊκή αυτοκρατορία χωρίστηκε σε ανατολικό και δυτικό τμήμα, γεγονός που έμελε να διαδραματίσει μείζονα ρόλο στη μετέπειτα ιστορία της Ευρώπης. Το δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας, υπό την πίεση των Βανδάλων, κατάρρευσε οριστικά το 476 μ.Χ. Το ανατολικό τμήμα, αντίθετα, συνέχισε να επεκτείνεται μέχρι τον 6ο αι. μ.Χ., όταν επί Ιουστινιανού έφθασε στα μέγιστα όρια εξάπλωσής του. Το κλείσιμο των φιλοσοφικών σχολών της Αθήνας από τον βυζαντινό αυτοκράτορα, το 529, σήμανε την οριστική ρήξη με την κλασική αρχαιότητα και σφράγισε το τέλος του αρχαίου κόσμου.

Landscape view is not supported.
Please rotate your device to portrait view.